Advertisement
 Translation for 'έκτακτης' from Greek to English
emergency {noun} κατάσταση {η} έκτακτης ανάγκης
emergency {noun} περίπτωση {η} έκτακτης ανάγκης
2 translations
To translate another word just start typing!

Usage Examples Greek
  • Σε μεγάλης έκτασης τέτοιων συμβάντων, δεν είναι σπάνιες ακόμη και διακρατικές συνεργασίες συντονιστικών υπηρεσιών έκτακτης ανάγκης.
  • Ο μηχανοδηγός του τρίτου (μη εμπλεκόμενου) τρένου ανέφερε αμέσως το ατύχημα στον έλεγχο κυκλοφορίας της Infrabell, ο οποίος ειδοποίησε το επαρχιακό κέντρο ελέγχου έκτακτης ανάγκης της Φλαμανδικής Μπραμπάντ και ενεργοποίησε τις διαδικασίες έκτακτης ανάγκης σταματώντας όλη την κυκλοφορία των τρένων στην περιοχή.
  • Ο σηματωρός εκεί προσπάθησε να σταματήσει την D 180 κουνώντας μια κόκκινη λυχνία έκτακτης ανάγκης.
  • Σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο, τα δικαιώματα και οι ελευθερίες μπορούν να ανασταλούν κατά τη διάρκεια κατάστασης έκτακτης ανάγκης, ανάλογα με τη σοβαρότητα της έκτακτης ανάγκης και τις πολιτικές μιας κυβέρνησης.
  • Η σεισμική διακινδύνευση μπορεί να μειωθεί με ενεργά προγράμματα που βελτιώνουν την αντιμετώπιση καταστάσεων έκτακτης ανάγκης καθώς και τις βασικές υποδομές.

  • Ο ραδιοφάρος εντοπισμού θέσης έκτακτης ανάγκης (EPIRB) είναι ένας τύπος ραδιοφάρου εντοπισμού έκτακτης ανάγκης.
  • Στο τμήμα έκτακτης ανάγκης, η παρακολούθηση της καρδιάς αποτελεί μέρος της παρακολούθησης ζωτικών σημείων στην ιατρική έκτακτης ανάγκης και γενικά περιλαμβάνει ηλεκτροκαρδιογραφία .
  • Ο πανευρωπαϊκός αριθμός τηλεφώνου έκτακτης ανάγκης 112 συστάθηκε το 1991 προκειμένου να καταστεί διαθέσιμη μια κοινή κλήση έκτακτης ανάγκης σε κάθε κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
  • Η ασφυξία μπορεί να θεωρηθεί ως κατάσταση έκτακτης ανάγκης, κάτι που απαιτεί την άμεση προσπάθεια ανάνηψης του ασθενούς.
  • Τον Σεπτέμβριο του 1984 ο πρόεδρος Νιμέιρι ανακοίνωσε το τέλος της κατάστασης έκτακτης ανάγκης και τη διάλυση των δικαστήριων έκτακτης ανάγκης, αλλά σύντομα δημοσίευσε μια νέα νομοθετική πράξη, για τη διατήρηση πολλών από τις πρακτικές που ακολουθούσαν τα δικαστήρια έκτακτης ανάγκης.

  • Τύνιδα και 16 οι τραυματίζονται. Η χώρα κηρύσσεται με εντολή του προέδρου της σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης.
  • περιόδους έκτακτης ανάγκης για τον συντονισμό της πολιτικής άμυνας.
  • Ο Ευρωπαϊκός αριθμός κλήσης έκτακτης ανάγκης «112» είναι ένας τηλεφωνικός αριθμός έκτακτης ανάγκης που χρησιμοποιείται για άμεση επικοινωνία επί 24ώρου βάσεως με τις τοπικές υπηρεσίες έκτακτης ανάγκης (αστυνομία, ΕΚΑΒ, πυροσβεστική).
Advertisement
© dict.cc English-Greek dictionary 2024
Contains translations by TU Chemnitz and Mr Honey's Business Dictionary (German-English only).
Links to this dictionary or to individual translations are very welcome!