Translation for 'αγαθό' from Greek to English
good {noun} [commodity]αγαθό {το}
1 translation
To translate another word just start typing!

Translation for 'αγαθό' from Greek to English

αγαθό {το}
good {noun} [commodity]
Usage Examples Greek
  • Μονοπώλιο ονομάζεται η κατάσταση στην αγορά, κατά την οποία ένα αγαθό ή μια υπηρεσία προσφέρεται μόνο από μία επιχείρηση.
  • 1 (πρώτη στάση) του προσκυνήματος Σαϊγκόκου Κάννον και ένα σημαντικό πολιτιστικό αγαθό της Ιαπωνίας.
  • Στις 19 Νοεμβρίου 2007 το Κάστρο Τσάκοβετς ταξινομήθηκε ως προστατευόμενο πολιτιστικό αγαθό στο Μητρώο Πολιτιστικών Αγαθών της Κροατίας με τον αριθμό N-23.
  • Ο ιστορικός Νικήτας Χωνιάτης περιγράφει τον Νικόλαο Καναβό ως έναν αγαθό, ευγενή και ευφυή άνθρωπο.
  • Η μεν αντιπροσωπεύει το θέλημα του Θεού για το αγαθό της φύσης του ανθρώπου, το οποίο δωρίζει ο Θεός στον άνθρωπο, ενώ η δε αντιπροσωπεύει το θέλημα του Θεού για το αγαθό της χάριτος, που όπως προαναφέραμε δωρίζεται σε μερικά λογικά κτίσματα.

  • Σε αυτήν την περίπτωση, ο αγοραστής μπορεί είτε να εγκαταλείψει την πρόθεση αγοράς εντελώς, να ξοδέψει επιπλέον χρόνο (ένα έμμεσο οικονομικό κόστος) για περαιτέρω αναζήτηση του αγαθού, είτε να αγοράσει ένα υποκατάστατο αγαθό.
  • Πρόδρομος της χημείας τροφίμων και της αγροβιολογίας, συνέβαλε στη διάδοση της διατροφικής αξίας και της κατανάλωσης πατάτας ως βρώσιμο αγαθό στη Γαλλία και στην Ευρώπη.
  • Στα οικονομικά, ένα αγαθό πολυτελείας ή άλλως ένα είδος πολυτελείας, είναι ένα αγαθό ή ένα είδος για το οποίο η ζήτηση αυξάνεται αναλογικά περισσότερο απ' ότι αυξάνεται το εισόδημα και είναι μια αντίθεση απέναντι σε ένα "αναγκαίο αγαθό", για το οποίο η ζήτηση αυξάνεται αναλογικά λιγότερο απ' ότι το εισόδημα.
  • Η υπεξαίρεση είναι ποινικό αδίκημα που προσβάλλει το έννομο αγαθό της ιδιοκτησίας.
  • Ο σύγχρονος όμως Αστικός Κώδικας ορίζει καθαρά ότι το ηλεκτρικό ρεύμα είναι κινητό (μεταφερόμενο) υλικό αγαθό.

  • Αποτελεί έννομο αγαθό με αυξημένη συνταγματική προστασία.
  • Γενικά στην Οικονομία με τον όρο τιμή ονομάζεται το μέτρο της ανταλλακτικής αξίας ενός αγαθού, (προϊόντος, ή υπηρεσίας) εκπεφρασμένο σε νομισματικές μονάδες, ή σ΄ ένα ευρύτατα αποδεκτό αγαθό - μέσον.
  • Έτσι, θεωρείται ότι εκτιμώντας τη δυνητική επισκεψιμότητα ενός περιβαλλοντικού αγαθού σε διαφορετικά επίπεδα δαπανών, μπορεί να αποκαλυφθεί η μέγιστη επιθυμία πληρωμής για το αγαθό.
  • Θεωρούσε την παιδεία δημόσιο αγαθό και την ήθελε ανθρωπιστική, ανανεωμένη, με λιγότερη τυπολατρία, με περισσότερη κριτική διάθεση, απαλλαγμένη από αναχρονιστικές δομές, ικανή να τονώσει την εθνική ταυτότητα των Ελλήνων.
  • Εντούτοις κανένα αγαθό δεν είναι χρήματα εκτός αν μπορεί να ικανοποιήσει και τα τρία κριτήρια.

  • Στο βιβλίο του Ησαΐα της Παλαιάς Διαθήκης αναφέρεται ως ιδιαίτερα πολύτιμο αγαθό, μαζί με τον χρυσό.
  • Η δικαιοσύνη ορίζεται ως αγαθό που δεν στοχεύει στην ευδαιμονία όποιου την ασκεί, αλλά στον άλλον άνθρωπο.
  • Η τεχνογνωσία μπορεί να αποτελεί άυλο αγαθό μιας επιχείρησης, εάν και για όσο διάστημα είναι μυστική.
  • 3: Ο άνθρωπος, με την πτώση του στην κατάσταση της αμαρτίας, έχασε εντελώς κάθε δυνατότητα θέλησης για κάθε πνευματικό αγαθό και την ευδαιμονία που συντροφεύει την απόκτησή του.
© dict.cc English-Greek dictionary 2026
Contains translations by TU Chemnitz and Mr Honey's Business Dictionary (German-English only).
Links to this dictionary or to individual translations are very welcome!