Translation for 'αγγούρι' from Greek to English
cucumber {noun} [Cucumis sativus L.]αγγούρι {το}
4
1 translation
To translate another word just start typing!

Translation for 'αγγούρι' from Greek to English

αγγούρι {το}
cucumber {noun} [Cucumis sativus L.]
Usage Examples Greek
  • Αγγουράκι τουρσί, γνωστό και ως πίκλα, είναι αγγούρι που έχει γίνει τουρσί σε άλμη, ξύδι, ή άλλο διάλυμα και έχει αφεθεί να ζυμωθεί για κάποιο χρονικό διάστημα, είτε βυθίζοντας τα αγγούρια σε όξινο διάλυμα είτε ξινίζοντάς τα με γαλακτοζύμωση.
  • Η πάπια αυτή τρώγεται μαζί με κρεμμύδι, αγγούρι, γλυκιά σάλτσα φασολιών και κινέζικες τηγανίτες στον ατμό.
  • Το πιάτο σερβίρεται παραδοσιακά στην Αυστρία με μαρούλι μαζί με μια γλυκιά σάλτσα βινεγκρέτ, προαιρετικά με ψιλοκομμένο σχοινόπρασο ή κρεμμύδια, πατατοσαλάτα, σαλάτα αγγούρι, ή πατάτες μαϊντανού.
  • Μερικές φρέσκες αγγουρόσουπες είναι απλώς ένα μείγμα συστατικών (αγγούρι, μπαχαρικά, άλλα λαχανικά ή φρούτα, κ.λπ.) που σερβίρονται κρύες.
  • Ο Λάρι το αγγούρι (αγγλικά: Larry the Cucumber) είναι ένας από τους δύο κύριους χαρακτήρες της σειράς.

  • Το Σαουαρμά τρώγεται συνήθως με ταμπουλέχ, φατούς, ψωμί ταμπούν, ντομάτα και αγγούρι.
  • Στο χρόνο έχουν εισαχθεί κάποιες προσθήκες, μερικές από τις οποίες έχουν ήδη αναγνωριστεί ως κανονικές, όπως ακατέργαστες ντομάτες και αγγούρι, τα άλλα περισσότερο σχετίζονται με την έμπνευση του σεφ, όπως ελιές, βραστά αυγά (χρήση ως γαρνιτούρα) και μερικές φορές τόνο.
  • Χρησιμοποιείται ως συστατικό τόσο σε σαλάτες όσο και σε σάλτσες, έχοντας μια γεύση που περιγράφεται ως "ελαφρύ αγγούρι" και θεωρείται ανταλλάξιμο σε ορισμένες συνταγές με τα φύλλα μέντας, ανάλογα με το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα.
  • Το κιουάνο (επιστημονική ονομασία "Cucumis metuliferus"), γνωστό επίσης και ως "κιβάνο", "αγκαθωτό αφρικανικό αγγούρι" ή "πεπόνι" είναι ο καρπός ενός μονοετούς αναρριχώμενου φυτού φυτρώνει στην Αφρική και κυρίως σε αμμώδης περιοχές όπως η έρημος Καλαχάρι.
  • Στη συνέχεια το αγγούρι, το κρεμμύδι κι η πιπεριά κόβονται σε λεπτές φέτες και τοποθετούνται πάνω στη σαλάτα μετά την ντομάτα.

  • Η μπουράντζα έχει γεύση σαν αγγούρι και τρώγεται μέσα σε σαλάτες ή σαν γαρνιτούρα.
  • Συνήθως σερβίρεται με Χοιρινό λουκάνικο, αγγούρι και φασόλια.
  • Το αγγούρι είναι καρπός που προέρχεται από την Ηρώ από το έρπον και αναρριχώμενο ετήσιο φυτό της αγγουριάς "Cucumis sativus"-"Σικυός ο ήμερος".
  • Η κύρια ασχολία των κατοίκων είναι η καλλιέργεια κηπευτικών (αγγούρι, ντομάτα, πιπεριά), τα θερμοκήπια και ο τουρισμός.
© dict.cc English-Greek dictionary 2026
Contains translations by TU Chemnitz and Mr Honey's Business Dictionary (German-English only).
Links to this dictionary or to individual translations are very welcome!