Advertisement
 Translation for 'αστρονομία' from Greek to English
αστρον.
astronomy {noun}
αστρονομία {η}
1 translation
To translate another word just start typing!

Translation for 'αστρονομία' from Greek to English

αστρονομία {η}
astronomy {noun}αστρον.
Advertisement
Usage Examples Greek
  • Οι κύριες επιστημονικές εργασίες του σχετίζονται με την παρατηρητική αστρονομία.
  • Οι σημαντικότερες συνεισφορές του στην αστρονομία ήταν η ανακάλυψη διαταραχών στις τροχιές ουράνιων σωμάτων εξαιτίας των βαρυτικών πεδίων των πλανητών και η πρωτοποριακή εφαρμογή της φωτογραφίας στην παρατηρησιακή αστρονομία.
  • Από νεαρή ηλικία ενδιαφέρθηκε για την αστρονομία αφού απέκτησε το 1912 ένα μικρό τηλεσκόπιο.
  • Στην ινδική αστρονομία ο αστέρας αντιστοιχούσε στον εικοστό τρίτο σεληνιακό οίκο ("nakṣatra"), τον Ντανίστα ("Dhanishta").
  • Ο κυριότερος σκοπός της AAS είναι να προάγει την έρευνα στην αστρονομία και στους στενά συνδεόμενους με αυτή επιστημονικούς κλάδους, ενώ δευτερεύων σκοπός είναι η ενίσχυση της εκπαιδεύσεως στην αστρονομία.

  • Οι Ιησουίτες ιεραπόστολοι όμως εισήγαγαν τη δυτική αστρονομία στην Κίνα την εποχή που η ίδια η ευρωπαϊκή αστρονομία συνταρασσόταν από τη δική της επανάσταση.
  • Η Αστρονομία υπεριώδους ακτινοβολίας είναι η παρατήρηση της ηλεκτρομαγνητικής ακτινοβολίας σε υπεριώδη μήκη κύματος μεταξύ περίπου 10 και 320 νανομέτρων· τα βραχύτερα μήκη κύματος-φωτόνια υψηλής ενέργειας-μελετούνται από την αστρονομία ακτίνων Χ και την αστρονομία ακτίνων γ.
  • Τα προβλήματα με το σύστημα του Πτολεμαίου αναγνωρίστηκαν καλά στη μεσαιωνική αστρονομία, και μια αυξανόμενη προσπάθεια να την επικρίνει και να τη βελτιώσει στα τέλη της μεσαιωνικής περιόδου οδήγησε τελικά στον ηλιοκεντρισμό του Κοπέρνικου που αναπτύχθηκε στην αστρονομία της Αναγέννησης.
  • Ο Τύχο, που ήταν δεκατρία χρόνια μεγαλύτερος από τη Σοφία, από μικρός είχε δείξει μεγάλο ενδιαφέρον για την αστρονομία και την αλχημεία, αλλά η οικογένειά του τον αποθάρρυνε από αυτού του είδους τις σπουδές γιατί τον προόριζε για πολιτική καριέρα στα βήματα του πατέρα του.
  • Κόλουρος, στην αστρονομία, είναι ένας από τους δύο κύριους ουράνιους μεσημβρινούς της ουράνιας σφαίρας.

  • Λίγο καιρό μετά από αυτό το συμβάν, ο Τρουβελό έχασε το ενδιαφέρον του για την εντομολογία και στράφηκε στην αστρονομία.
  • Δίδαξε Πλάτωνα, Αριστοτέλη, γεωμετρία, αριθμητική, αλχημεία, αστρονομία και μουσική.
  • Ο Τζιακόνι δίδαξε φυσική και αστρονομία στο Πανεπιστήμιο Τζονς Χόπκινς στη Βαλτιμόρη από το 1982.
  • Γεννήθηκε στο Παρίσι και έδειξε από νεαρή ηλικία ενδιαφέρον για την ερασιτεχνική αστρονομία.
  • Επίσης ασχολήθηκε με την αστρονομία και τη μουσική.

  • Ο Πολ παρακολούθησε μαθήματα στο γυμνάσιο Detroit Country Day School στο Μίσιγκαν και σπούδασε φυσική και αστρονομία στο Πανεπιστήμιο του Μίσιγκαν, στο Ανν Άρμπορ.
  • Εκτός από τα μαθηματικά ασχολήθηκε με την αστρονομία και θεωρείται πρόδρομος του Ερατοσθένη.
  • Κατ΄ επέκταση και η μετρική αστρονομία χαρακτηρίζεται σφαιρική αστρονομία.
  • Οι Βαβυλώνιοι επηρεασμένοι από τον σουμεριακό πολιτισμό προόδευσαν ιδιαίτερα στην αστρονομία και τα μαθηματικά, ενώ μετέτρεψαν το εξηνταδικό σύστημα αρίθμησης στο πρώτο θεσιακό σύστημα αριθμών.
  • Ενώ εργαζόταν ως δημοσιογράφος στην "Excélsior," πήρε συνέντευξη το 1937 από τον Luis Enrique Erro και από τότε άρχισε να ενδιαφέρεται για την αστρονομία.

    Advertisement
    © dict.cc English-Greek dictionary 2025
    Contains translations by TU Chemnitz and Mr Honey's Business Dictionary (German-English only).
    Links to this dictionary or to individual translations are very welcome!