Advertisement
 Translation for 'αστυνομία' from Greek to English
police {pl}αστυνομία {η}
1 translation
To translate another word just start typing!

Translation for 'αστυνομία' from Greek to English

αστυνομία {η}
police {pl}
Advertisement
Usage Examples Greek
  • Ο Κατσάβ ανακρίθηκε στις 23 Αυγούστου 2006 από την αστυνομία για πρώτη φορά σχετικά με κατηγορίες σε βάρος του για σεξουαλική παρενόχληση.
  • Ωστόσο, στις 12 Ιουλίου 1991, η τουρκική αστυνομία κατάφερε να εξαρθρώσει διάφορους πυρήνες της οργάνωσης.
  • Όταν φτάνει η αστυνομία, ο Σπέιντ παραδίδει την Ο'Σόνεσι και η αστυνομία του λέει ότι ο Γουίλμερ μόλις πυροβόλησε τον Γκάτμαν και τον σκότωσε.
  • Το 2013, υπήρξαν αρκετές διαμαρτυρίες όταν ο αναρχικός Νίκος Ρωμανός συνελήφθη για ληστεία τραπεζών και η αστυνομία άλλαξε ψηφιακά την κούπα του για να καλύψει αρκετές μώλωπες που προκλήθηκαν κατά τη σύλληψή του.
  • Η Ιαπωνική αστυνομία σε συνεργασία με τη Αμερικάνικη στρατιωτική αστυνομία προσπαθούν να εξαρθρώσουν μιά συμμορία Αμερικανών που δραστηριοποιείται στο Τόκιο, αφού προηγουμένος η συμμορία έχει ληστέψει ένα τραίνο που μεταφέρει όπλα και σκοτώνει όλους τους φρουρούς μεταξύ αυτών και έναν Αμερικανό λοχία.

  • Εν τω μεταξύ φτάνει η αστυνομία και προσπαθει να αποκλείσει την περιοχή και να συλλάβει τους διαρρήκτες.
  • Στις 21 Φεβρουαρίου 1952 οι ακτιβιστές του βεγγαλικού γλωσσικού κινήματος πυροβολήθηκαν από την πακιστανική αστυνομία στη Ντάκα.
  • Ο δικηγόρος του κατηγόρησε την αστυνομία ότι τον βασάνιζε στη κράτηση.
  • Τρεις ύποπτοι φορώντας γιλέκα που έμοιαζαν να έχουν εκρηκτικά σκοτώθηκαν από την αστυνομία.
  • ... ", συντομογραφία του Geheime Staatspolizei, «μυστική κρατική αστυνομία») λεγόταν η κρατική μυστική αστυνομία της ναζιστικής Γερμανίας.

  • Επίσης, την ημέρα της ψηφοφορίας σκοτώθηκε 1 άτομο και τραυματίστηκε 1 Βρετανός αστυνομικός σε ανταλλαγή πυρών ανάμεσα σε πλήθος ατομων και στην αστυνομία στην πόλη Μιζράτα.
  • Στις 22 Δεκεμβρίου , η αστυνομία συνέλαβε τον 31 χρoνών fan από την Ισπανία που διέρρευσε το demo.
  • Το Λαϊκό Επιτροπείο Εσωτερικών Υποθέσεων (ρωσικά: Народный комиссариат внутренних дел СССР), πιό γνωστό με το ακρωνύμιο Εν-Κα-Βε-Ντε (НКВД) ήταν κρατική υπηρεσία της ΕΣΣΔ που συνδύαζε τις αρμοδιότητες ενός υπουργείου εσωτερικών και δημόσιας τάξης/εσωτερικής ασφάλειας, περιλαμβάνοντας τόσο την δημόσια αστυνομία (Μιλίτσιγια), την συνοριοφυλακή, όσο και την μυστική αστυνομία.
  • Ο Καναδικός Ειρηνικός Σιδηρόδρομος βασίστηκε αρχικά στην Αστυνομία Dominion , και αργότερα στη βορειοδυτική αστυνομία κατά την κατασκευή του διηπειρωτικού σιδηροδρόμου , αλλά μέχρι τα 1880 αργότερα χρησιμοποιούσαν τη δική τους αστυνομία.
  • Η Ελληνική Αστυνομία είναι η εθνική αστυνομία της Ελλάδας.

  • Στις 15 Ιουνίου 1972 η αστυνομία του Λανγκενχάγκεν κοντά στο Αννόβερο έλαβε πληροφορίες από το δάσκαλο Φριτς Ρόντεβαλντ ("Fritz Rodewald"), ο οποίος υποψιαζόταν ότι οι νέοι του ενοικιαστές ήταν μέλη της RAF.
Advertisement
© dict.cc English-Greek dictionary 2025
Contains translations by TU Chemnitz and Mr Honey's Business Dictionary (German-English only).
Links to this dictionary or to individual translations are very welcome!