Advertisement
 Translation for 'γλυκά' from Greek to English
ADJ   γλυκός | γλυκιά | γλυκό | γλυκοί | γλυκές | γλυκά
sweets {noun}γλυκά {τα}
1 translation
To translate another word just start typing!

Translation for 'γλυκά' from Greek to English

γλυκά {τα}
sweets {noun}
Advertisement
Usage Examples Greek
  • Τα κίτρινα είναι τα μικρότερα του είδους και τα πιο γλυκά.
  • Τα γλυκά αγγουράκια τουρσί, συμπεριλαμβανομένων των τουρσιών με ψωμί και βούτυρο, είναι υψηλότερα σε θερμίδες λόγω της περιεκτικότητάς τους σε ζάχαρη.
  • Στη «Γεύση», η κυρία παίρνει γλυκά από ένα πιάτο που κρατάει μια υπηρέτρια.
  • Είναι ένα από τα δημοφιλέστερα γλυκά ταψιού της ελληνικής κουζίνας.
  • Οι Ευρωπαίοι άρχισαν να παράγουν ζάχαρη τον Μεσαίωνα και περισσότερα γλυκά έγιναν διαθέσιμα.

  • Οι άνθρωποι αγοράζουν τα αγαπημένα τους γλυκά από τα τοπικά ζαχαροπλαστεία τους.
  • Μερικά γλυκά δημοφιλή στα Ιόνια νησιά είναι το παστέλι και το μαντολάτο.
  • Επίσης το κόλπο με τα γλυκά είναι πιο πιθανό να πιάσει, ειδικά αν κάποιος έχει γλυκά και τα σκορπάει στο δρόμο, οπότε η Kuchisake-Onna θα κάτσει να τα μαζέψει.
  • Είναι δύο υλικά που μπορούν να αντικαταστήσουν την ζάχαρη σε διάφορα γλυκά και φαγητά, είναι εξίσου (αν όχι πιο) γλυκά, διατηρούνται για πολύ καιρό εκτός ψυγείου και δεν χρειάζονται συντηρητικά.
  • Το Ούζβαρ είναι ένα παρόμοιο ποτό, παρασκευασμένο από διάφορα αποξηραμένα φρούτα και μερικές φορές γλυκά μούρα με μέλι ή ζάχαρη.

  • Στο βιβλίο Παραδοσιακή μελισσοκομία Αιγαίου (Χονδρός, 2016), το οποίο εκδόθηκε από τον Μελισσοκομικό Σύλλογο Ρόδου «Η Κυψέλη», αναφέρεται ότι η Ρόδος έχει αναδείξει αρκετά γλυκά που έχουν ως βάση τους το μέλι, μεταξύ των οποίων και το μελεκούνι.
  • Η κύρια διαφορά είναι ότι τα καπ κέικ τείνουν να είναι γλυκά επιδόρπια σαν κέικ με γλάσο ζάχαρης.
  • Η επιτυχία στα γλυκά αυτά έγκειται στη διατήρηση κυρίως του χρώματος, αλλά και της γεύσης των φρούτων που χρησιμοποιούμε.
  • Στην Ελλάδα, το γκισάρι κατά τη διάρκεια του χειμώνα, απαντά σε γλυκά νερά, λίμνες και τενάγη, παραμένοντας στη χώρα μέχρι τον Απρίλιο, περίπου.
  • Τα τηγανητά φαγητά από ζυμάρι είναι γλυκά ή αλμυρά εδέσματα με κύριο συστατικό τη ζύμη και παρασκευάζονται με ρηχό ή βαθύ τηγάνισμα.

  • Επειδή το καπάκι έφυγε μακριά, βρέθηκε από τον Μόρισον ότι τα κατσαρολάκια για γλυκά πετούσαν καλύτερα και ήταν πιο κοινά.
  • Χρησιμοποιείται σε γλυκά κατά το ψήσιμο και επίσης ως ένα γλυκό επικάλυμμα για μερικά φαγητά, γλυκά ή σαλάτες.
Advertisement
© dict.cc English-Greek dictionary 2024
Contains translations by TU Chemnitz and Mr Honey's Business Dictionary (German-English only).
Links to this dictionary or to individual translations are very welcome!