Advertisement
 Translation for 'γονείς' from Greek to English
parents {noun}γονείς {οι}
1 translation
To translate another word just start typing!

Translation for 'γονείς' from Greek to English

γονείς {οι}
parents {noun}
Advertisement
Usage Examples Greek
  • Γεννήθηκε στις 22 Φεβρουαρίου του 1978 από Έλληνες γονείς στο Γκέτεμποργκ της Σουηδίας.
  • 973 παιδιά, γονείς και εκπαιδευτικοί έλαβαν ατομικές ψυχολογικές συμβουλές.
  • Μερικά παιδιά υπέστησαν συναισθηματικό τραύμα όταν απομακρύνθηκαν από τους θετούς Γερμανούς γονείς τους, συχνά τους μοναδικούς γονείς που θυμόντουσαν και επέστρεψαν στους βιολογικούς τους γονείς, όταν είχαν ξεχάσει πλέον τα πολωνικά.
  • Ωστόσο, ως ένδειξη σεβασμού προς τους γονείς τους, αναζητείται και η δική τους έγκριση.
  • Οι γκρίζοι λύκοι ("Canis lupus") ζουν συνήθως σε αγέλες που αποτελούνται από τους ενήλικες γονείς και τους απογόνους τους των ίσως τελευταίων 2 ή 3 ετών.

  • Οι γονείς του ήταν ο Τζορτζ Άντριου Ράισνερ Ι και η Μέρι Ελίζαμπεθ Μέισον.
  • Ο Εδουάρδος του Μίντλεχαμ πέθανε αιφνίδια τον Απρίλιο 1484 στο Χάτον ενώ οι γονείς του ήταν στο Νότιγχαμ στον δρόμο να τον επισκεφτούν.
  • Ένα παιδί με πολύ υψηλό IQ, είναι ειδικός στους υπολογιστές και ζει με τους υιοθετούμενους γονείς του.
  • Γεννημένος στο Κάιρο της Αιγύπτου από Αρμένιους γονείς, ο Εγκογιάν πήρε το όνομα Ατόμ γιατί οι γονείς του ήθελαν να τιμήσουν την ολοκλήρωση του πρώτου πυρηνικού αντιδραστήρα στην Αίγυπτο.
  • Γεννήθηκε στη Γενεύη της Ελβετίας, το 1971, από γονείς Έλληνες μετανάστες ενώ σε παιδική ηλικία ήρθε με τους γονείς πίσω στην Ελλάδα.

  • Ο Γουίλτσεκ γεννήθηκε στη μικρή πόλη Μινίολα της πολιτείας της Νέας Υόρκης, από γονείς πολωνικής και ιταλικής καταγωγής.
  • Μετά τον πόλεμο έγιναν προσπάθειες να ξαναβρούν τους γονείς τους και άλλα μέλη των οικογενειών τους, όμως στις περισσότερες των περιπτώσεων οι γονείς και οι συγγενείς τους είχαν εξοντωθεί σε στρατόπεδα συγκέντρωσης.
  • Βινιάφσκι αρραβωνιάστηκε την Ισαβέλλα Χάμπτον, μία σχέση στην οποία οι γονείς του ήταν αντίθετοι.
  • Οι γονείς τάζουν ένα παιδί που τους φαίνεται πιο ασθενικό ή αδύναμα.
  • Οι υποψήφιοι γονείς κατά τον προγεννητικό έλεγχο υποβάλλονται σε γονιδιακή εξέταση ινοκυστικής νόσου.

  • Γεννήθηκε στα τέλη του 15ου αιώνα στη Γαέτα από επίσημους γονείς, συγγενείς των Παλαιολόγων.
  • Σε οικογένειες που εκδηλώνεται ΠΣΚ υπάρχουν συχνά διαταραγμένες σχέσεις ανάμεσα στους γονείς (π.χ. ...
Advertisement
© dict.cc English-Greek dictionary 2024
Contains translations by TU Chemnitz and Mr Honey's Business Dictionary (German-English only).
Links to this dictionary or to individual translations are very welcome!