Advertisement
 Translation for 'διένεξη' from Greek to English
quarrel {noun}διένεξη {η}
dispute {noun}διένεξη {η}
2 translations
To translate another word just start typing!

Translation for 'διένεξη' from Greek to English

διένεξη {η}
quarrel {noun}

dispute {noun}
Advertisement
Usage Examples Greek
  • Η θητεία του σαν δουξ στην περιοχή αλλά και η μοναδική αναφορά στο όνομα του, ήταν το 1211 όπου ασχολήθηκε με την διένεξη μίας μονής και φαίνεται να πέθανε την ίδια περίοδο.
  • Στη διένεξη τού Βάλντεμαρ Δ΄ της Δανίας με την Χανσεατική Ένωση και τον Αλβέρτο Β΄ δούκα τού Μεκλεμβούργου, ο Μπάρνιμ Γ΄ είχε λάβει το μέρος τού πρώτου.
  • Το 1985 ο Ανδρέας Παπανδρέου, με μια ομολογουμένως επιτυχημένη πρωτοβουλία διαιτησίας, κατάφερε την ιστορική συνάντηση στην Κρήτη του προέδρου της Γαλλίας Φρανσουά Μιτεράν με τον Καντάφι, προκειμένου να γεφυρώσει τη μεγάλη διένεξη που τους χώριζε στο θέμα του Τσαντ, όπου και τελικά επήλθε συμβιβαστική λύση με τη γνωστή "συμφωνία της Ελούντας".
  • Είχε μακρά διένεξη με τους κόμητες του Χόενμπερκ, αλλά μεσολάβησε ο Ροδόλφος Α΄ των Αψβούργων της Γερμανίας και η διαφορά διευθετήθηκε.
  • Κατείχε σημαίνουσα θέση στη διένεξη για τον φόρο της δεκάτης στο Βρανδεμβούργο.

  • Η ισραηλινοπαλαιστινιακή σύγκρουση (εβραϊκά: הסכסוך הישראלי-פלסטיני, αραβικά: النزاع-الفلسطيني الإسرائيلي) αναφέρεται στη συνεχιζόμενη διένεξη μεταξύ Ισραηλινών και Παλαιστινίων που ξεκίνησε στα μέσα του 20ού αιώνα.
  • Μετά το πραξικόπημα στη Γουινέα-Μπισσάου το 2012 προσφέρθηκε να μεσολαβήσει ώστε να τερματιστεί η διένεξη.
  • Τερμάτισε τη διένεξη με τον 2ο εξάδελφο τού πατέρα του Γεώργιο Β΄ λάντγκραβο της Έσσης-Ντάρμστατ, παραχωρώντας του την περιοχή Γκήσσεν.
  • Τότε ξέσπασε η εμφύλια διένεξη των ετών 1321-28 και ο ανιψιός του Ανδρόνικος Γ΄ τον φυλάκισε στο Διδυμότειχο.
  • Η Κυπριακή διένεξη ενεργοποιήθηκε και πάλι τον Απρίλιο του 1967 με το στρατιωτικό πραξικόπημα στην Ελλάδα.

  • Η διένεξη θέσης και αντίθεσης δεν μπορεί να επιλυθεί δογματικά.
  • Ο Μωαβίας, το 660, πρότεινε προκειμένου να λήξει η διένεξη να κρατήσει τις ανατολικές περιοχές ο Άλι (Ιράκ) και τις δυτικές ο Μωαβίας (Συρία), κάτι που τελικά έγινε δεκτό.
  • Η Κοινοπολιτεία της Δομινίκας βρίσκεται εδώ και πολλά χρόνια σε συνοριακή διένεξη με τη Βενεζουέλα, για τη θάλασσα που είναι γύρω από τη νησίδα Άβες.
  • Ο Μπιγιά έχει διένεξη με την κυβέρνηση της Νιγηρίας για την κατοχή της χερσονήσου Μπακάσι (Bakassi) αλλά και είχε προσωπική αντιπαλότητα με τον Πρόεδρο της Γκαμπόν Ομάρ Μπονγκό.
  • Όταν το Πακιστάν ανακηρύχθηκε ανεξάρτητο κράτος, 14 Αυγούστου του 1947, ο Λιακάτ Αλή Χαν ανέλαβε πρώτος πρωθυπουργός της χώρας και υπουργός εξωτερικών, όπου το 1948 έπαιξε ιδιαίτερο σημαντικό ρόλο στη διένεξη του Κασμίρ.

  • Πραγματοποίησε τη διατριβή του στην Ιταλία, και ίσως και στην Κωνσταντινούπολη, όπου ήρθε σε διένεξη με το Πατριαρχείο.
  • Έπειτα από μια διένεξη με τη διοίκηση, το 1977 σταματά το ποδόσφαιρο.
  • Ο Εθνικός Διχασμός (1914-1917) υπήρξε μία σειρά γεγονότων που επικεντρώνονται στη διένεξη μεταξύ του τότε πρωθυπουργού της Ελλάδας, Ελευθερίου Βενιζέλου και του Βασιλιά Κωνσταντίνου Α΄ σχετικά με την είσοδο ή μη της Ελλάδας στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.
  • Ο Καντιώτης και η Ιεραποστολική Αδελφότητα «Ο Σταυρός» καθιέρωσαν ­το σύνθημα «ελευθέρα και ζώσα Εκκλησία», δηλαδή αδέσμευτη από τους πολιτικούς, που υιοθετήθηκε από τον Αρχιεπίσκοπο Σεραφείμ στη διένεξη με την πολιτεία για τον νόμο Τρίτση περί της εκκλησιαστικής περιουσίας.
Advertisement
© dict.cc English-Greek dictionary 2024
Contains translations by TU Chemnitz and Mr Honey's Business Dictionary (German-English only).
Links to this dictionary or to individual translations are very welcome!