Advertisement
 Translation for 'διασκέδαση' from Greek to English
fun {noun}διασκέδαση {η}
pleasure {noun}διασκέδαση {η}
enjoyment {noun}διασκέδαση {η}
3 translations
To translate another word just start typing!

Usage Examples Greek
  • Έπαιξε χαρακτηριστικό ρόλο στη διασκέδαση του Λας Βέγκας, τόσο που η 5η Νοεμβρίου πλεον γιορτάζεται ως η ημέρα της Μπρίτνεϊ.
  • Μετά τη διάλυση του συγκροτήματος Dorian Gray, ο Σαβιτς ξεκίνησε μια σόλο καριέρα, εστιάζοντας σε τραγούδια πιο κοντά στη διασκέδαση από τη ροκ μουσική.
  • Η Θαΐς και ο Μέγας Αλέξανδρος έρχονται στον νου τού Φάουστο στο έργο του Κρίστοφερ Μάρλοου "Δόκτορ Φάουστους", που γράφτηκε για τη διασκέδαση τού βασιλιά Καρόλου Ε΄ της Γερμανίας.
  • Το καζίνο θα προσφέρει μια επιλογή από μηχανές τυχερών παιχνιδιών, τραπέζια τυχερών παιχνιδιών και ατελείωτη διασκέδαση σε μια εκτιμώμενη περιοχή συνολικής έκτασης 25.000 τετραγωνικών μέτρων.
  • Στην αρχή, η δουλειά της Πατρίτσια είναι να φροντίζει τον αδελφό της, αλλά συνεχώς η ίδια απομακρύνεται από κάθε ψυχαγωγία, διασκέδαση και κοινωνική ζωή.

  • Επί πέντε χρόνια διηύθυνε στις Βερσαλλίες ένα δικό της προσωπικό θέατρο, με το οποίο προσέφερε διασκέδαση και ψυχαγωγία στο βασιλιά.
  • Η Πέγκι Νούναν της "The Wall Street Journal" επεσήμανε εμφατικά την ιστορική ανακρίβεια της σειράς και διαπληκτίστηκε για «περισσότερη αλήθεια στην τέχνη και τη διασκέδαση».
  • Μπορούν να φορεθούν για προσωπική διασκέδαση, καθώς και για επαγγελματικούς ή φιλανθρωπικούς λόγους.
  • Τον χειμώνα του ίδιου χρόνου, η Μαρινέλλα αποφάσισε να επιστρέψει στη νυχτερινή διασκέδαση.
  • Μέχρι τον Μεσαίωνα τα εν λόγω όργανα προορίζονταν κυρίως για τη διασκέδαση της άρχουσας τάξης.

  • 3 προσφέρει κάτι για όλους, είτε πρόκειται για δουλειά είτε για διασκέδαση, και όλα αυτά με λιγότερα από 115 megabytes!
  • Ο σκοπός είναι ζωντανή διήγηση και διασκέδαση.
  • Το περιοδικό "Time" την αποκάλεσε απολαυστική και αναίσχυντη διασκέδαση, καθώς η ταινία διακωμωδεί με εύστοχο τρόπο τον κόσμο του θεάτρου.
  • Υπάρχουν χοροί για διάφορους σκοπούς, από την απλή διασκέδαση μέχρι τη θρησκευτική τελετουργία.
  • Σήμερα οι κάτοικοι της περιοχής ασχολούνται κυρίως με δραστηριότητες του πρωτογενούς τομέα (γεωργία, κτηνοτροφία, αλιεία) καθώς και του τριτογενούς (παροχή υπηρεσιών, τουριστικά επαγγέλματα, διασκέδαση-καφές, υπηρεσίες εστίασης).

  • Κατά καιρούς συμμετέχει σε διοργανώσεις χαμηλότερου επιπέδου, κυρίως για διασκέδαση.
  • Η μόρρα είναι παιχνίδι χεριών που έπαιζαν οι αρχαίοι Έλληνες και Ρωμαίοι για διασκέδαση.
  • Ο κότταβος ήταν παιχνίδι επιδεξιότητας που έπαιζαν οι αρχαίοι Έλληνες στα νυχτερινά συμπόσια για διασκέδαση και για να περνάει η ώρα.
  • Κατά τα τελευταία έτη νέας μορφής νυχτερινή διασκέδαση έχει επανακάμψει στους δρόμους της Τρούμπας, ενώ χρησιμοποιείται εκ νέου και το όνομα «Τρούμπα».
Advertisement
© dict.cc English-Greek dictionary 2024
Contains translations by TU Chemnitz and Mr Honey's Business Dictionary (German-English only).
Links to this dictionary or to individual translations are very welcome!