Advertisement
 Translation for 'δόντι' from Greek to English
tooth {noun}δόντι {το}
1 translation
To translate another word just start typing!

Translation for 'δόντι' from Greek to English

δόντι {το}
tooth {noun}
Advertisement
Usage Examples Greek
  • Στην ιαπωνική γλώσσα ο όρος Kiba σημαίνει δόντι σκύλου ή λύκου.
  • Η τεχνική που χρησιμοποιείται για την εφαρμογή του οδοντικού φράγματος επιλέγεται σύμφωνα με το δόντι που απαιτεί θεραπεία.
  • (ōt, που σημαίνει «αυτί») και ὀδούς (odoús, που σημαίνει «δόντι») – δηλαδή «δόντι σε σχήμα αυτιού».
  • Το όνομα του γένους προέρχεται από τα ελληνικά για "αιχμηρό/οδοντωτό δόντι".
  • Στην συνέχεια με το οδοντογλύφανο (οδοντιατρικός τροχός) αφαιρείται το τμήμα του οστού που καλύπτει το δόντι.

  • Ονοματολογία των δοντιών: Το λήμμα ὀδούς είναι η τυπική λέξη που χρησιμοποιείται γενικά στα ιπποκρατικά κείμενα για την περιγραφή ενός δοντιού αν και εμφανίζονται προσπάθειες ονοματοδοσίας κάθε δοντιού ξέχωρα από τα υπόλοιπα, ώστε να προσδιοριστεί αυτό και μόνο το δόντι έναντι των υπολοίπων.
  • Το δόντι αποτελεί όργανο του γαστρεντερικού συστήματος που βρίσκεται μέσα στην στοματική κοιλότητα και στηρίζεται στο οστό των γνάθων.
  • Το mtDNA από ένα δόντι είχε μεγάλη ομοιότητα με εκείνη του οστού του δακτύλου, υποδεικνύοντας ότι ανήκαν στον ίδιο πληθυσμό.
  • Στο δρόμο προς το κάστρο βρίσκεται το "μενίρ του Φορ λα Λατ" που, σύμφωνα με το μύθο, είναι το δόντι ή το δάχτυλο του Γαργαντούα, γιου του μυθικού γίγαντα Πανταγκρυέλ.
  • Η λατινική ονομασία "Coelodonta" σημαίνει "κοίλο δόντι", ενώ το "antiquitatis" σημαίνει "αρχαιότατος".

  • Ο πρώτος προγόμφιος άνω γνάθου παρειακά μοιάζει με τον κυνόδοντα αν και είναι πιο κοντό δόντι.
  • Είναι λευκότερο και περισσότερο διάφανο δόντι.
  • Δεν πρόκειται, όμως, για πραγματικό «δόντι» ούτε από δομική –αποτελείται από κερατίνη– ούτε από λειτουργική άποψη, διότι αποπίπτει μετά την εκκόλαψη.
  • Το ισχίο του μπροστινού ποδιού έχει δόντι στην άκρη (ορατό σε μεγέθυνση της Εικ. ...
  • Η βάση των νυχιών φέρει δόντι.

  • Οι κοτυλοειδείς κοιλότητες, όπου εκφύονται οι κεραίες, έχουν πάνω ένα δόντι.
  • Τα σημερινά σύγχρονα υλικά που χρησιμοποιούνται για τις αισθητικές παρεμβάσεις προσεγγίζουν την δομή του φυσικού δοντιού, προσδίδοντας μεγαλύτερη φυσικότητα στο τεχνητό δόντι.
  • Είναι το τελευταίο δόντι που βγαίνει, αφού εμφανίζεται σε ηλικία είκοσι χρονών, αν και αυτό ποικίλλει από άνθρωπο σε άνθρωπο.
Advertisement
© dict.cc English-Greek dictionary 2024
Contains translations by TU Chemnitz and Mr Honey's Business Dictionary (German-English only).
Links to this dictionary or to individual translations are very welcome!