Advertisement
 Translation for 'δύναμη' from Greek to English
power {noun}δύναμη {η}
force {noun} [symbol F]δύναμη {η}
2 translations
To translate another word just start typing!

Translation for 'δύναμη' from Greek to English

δύναμη {η}
power {noun}

force {noun} [symbol F]
Advertisement
Usage Examples Greek
  • Αν και η ισχυρή δύναμη δρα μόνο σε στοιχειώδη σωματίδια "απ' ευθείας", η δύναμη παρατηρείται μεταξύ των αδρονίων, ως η πυρηνική δύναμη.
  • Αυτή η ολίσθηση απαιτεί σημαντική δύναμη για να πραγματοποιηθεί και η δύναμη τριβής που αντιστέκεται στην ολίσθηση ονομάζεται "L", η πλευρική δύναμη.
  • Δύναμη επαναφοράς στη φυσική ονομάζεται κάθε δύναμη που δημιουργεί μια μηχανική ισορροπία σε ένα φυσικό σύστημα.
  • Ένα κουμπί απαιτεί δύναμη ενεργοποίησης 60cN.
  • Η βαρυτική δύναμη είναι εξαιρετικά ασθενής δύναμη σε σχέση με τις άλλες θεμελιώδεις δυνάμεις.

  • είναι το ίδιο, όποιο "μονοπάτι" και αν διαλέξω, τότε η δύναμη λέγεται συντηρητική.
  • Την συνολική δύναμη και των δύο ρευμάτων 107.000 καλούνταν να αντιμετωπίσει τουλάχιστον ως εισβολείς, δύναμη 60.000 ανδρών της κυβέρνησης του Βισύ, συνεπικουρούμενη από άλλες τοπικές αποικιακές δυνάμεις.
  • Γενικά η φυγόκεντρη δύναμη, ενώ στην ουσία είναι το αποτέλεσμα της αδράνειας στην κίνηση των σωμάτων και όχι δύναμη, βοηθά στη μαθηματική μελέτη των προβλημάτων όταν την θεωρούμε δύναμη κατά σύμβαση.
  • Η Γη φυσικά δέχεται τη βαρυτική δύναμη και επομένως την παλιρροϊκή δύναμη όλων των σωμάτων που υπάρχουν στο σύμπαν, αφού η δύναμη της βαρύτητας, μία από τις τέσσερις θεμελιώδεις δυνάμεις, έχει άπειρη εμβέλεια.
  • Διαθέτει φυσική δύναμη, έχει μια ειδική φυσική δύναμη με τον φίλο του Γκρόβερ, η οποία ονομάζεται εμπάθεια.

  • Ανάλογα με την δύναμη των επιμέρους ενωμοτιών η δύναμη της πεντικοστύς κυμαινόταν από 50 ως 72 πολεμιστές.
  • Έτσι καθώς ένας κινητήρας αυξάνει τις στροφές λειτουργίας του, δημιουργείται στον αγωγό μία ηλεκτρεγερτική δύναμη η οποία αντιτίθεται στην ηλεκτρεγερτική δύναμη που τροφοδοτεί τον αγωγό.
  • Ο ένας είναι η προς τα έσω δύναμη στα μόρια του υγρού που έχει ως αποτέλεσμα να συστέλλεται το υγρό.
  • για να μπορέσουμε να κάνουμε άμυνα με κάποιον που έχει μεγαλύτερη δύναμη από εμάς και μαθαίνουμε να βγάλουμε την σωστή ενέργεια και να κοντρολάρουμε και να χρησιμοποιήσουν την δύναμη του αντιπάλου για δικό μας καλό, χωρίς να πάμε κόντρα στην δύναμή του.
  • Δύναμη πραγματική: Πρόκειται για δύναμη πολιτικοκοινωνική, που αποτελεί ένα «πρωταρχικό θεσμικό δεδομένο» ή ένα «πραγματικό γεγονός», το οποίο όμως εμπεριέχει δυνατότητα δικαίου, μπορεί και μετασχηματίζεται σε έννομη τάξη, δημιουργεί δίκαιο.

  • όπου το στοιχείο δύναμης [...] δεν αναφέρεται πια σε μια συνολική δύναμη αλλά σε κατανεμημένη δύναμη.
  • Ταυτόχρονα, το ελατήριο ασκεί και αυτό δικιά του δύναμη ή ροπή αντίστοιχα αντιστεκόμενο στην εξωτερική δύναμη ή ροπή, η δύναμη ή ροπή του ελατηρίου είναι ανάλογη της γραμμικής ή γωνιακής του παραμόρφωσης και ισχύει ο νόμος του Χουκ: [...] , όπου F η δύναμη του ελατηρίου και x η γραμμική παραμόρφωση (η διαφορά μεταξύ αρχικής και τελικής θέσης), ενώ η σταθερά k είναι δείκτης της σκληρότητας του ελατηρίου.
Advertisement
© dict.cc English-Greek dictionary 2024
Contains translations by TU Chemnitz and Mr Honey's Business Dictionary (German-English only).
Links to this dictionary or to individual translations are very welcome!