Advertisement
 Translation for 'εκπαίδευση' from Greek to English
education {noun}εκπαίδευση {η}
apprenticeship {noun} επαγγελματική εκπαίδευση {η}
2 translations
To translate another word just start typing!

Usage Examples Greek
  • Ο Αλφρέδος έχοντας επίγνωση ότι χωρίς τη μάθηση δεν πρόκειται να υπάρξει καμιά ευημερία στο βασίλειο του κάλεσε για εκπαίδευση όλους τους νέους και ελεύθερους άντρες.
  • Η Μαρία Βικτωρία έλαβε μια αυστηρή Ρωμαιοκαθολική εκπαίδευση και αργότερα διέθεσε μεγάλο μέρος της προσωπικής της περιουσίας σε φιλανθρωπικά ιδρύματα, που σχετίζονται με την Καθολική Εκκλησία.
  • Ο όρος γυναίκες και εκπαίδευση (female education) χρησιμοποιείται γενικά για ένα σύνθετο σύνολο θεμάτων και συζητήσεων σχετικά με την εκπαίδευση (πρωτοβάθμια εκπαίδευση, δευτεροβάθμια εκπαίδευση, τριτοβάθμια εκπαίδευση και εκπαίδευση υγείας) ιδίως για κορίτσια και γυναίκες.
  • Συνήθως ανήκει στην δευτεροβάθμια εκπαίδευση.
  • Υπάρχουν τέσσερα συστήματα βαθμολόγησης (ή κλίμακες) στην Ελλάδα - τέσσερις διαφορετικές ΣΔΣ - μία για την τριτοβάθμια εκπαίδευση, μία για τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση και δύο για την πρωτοβάθμια εκπαίδευση (από την Τρίτη Δημοτικού και άνω).

  • Το Πανεπιστήμιο παρέχει εκπαίδευση στους τομείς των οικονομικών και της διοίκησης επιχειρήσεων, της υγείας και πρόνοιας, εκπαίδευση δασκάλων και τεχνικών.
  • Χάρη και στις δικές της εμπειρίες, η Ιμπραχίμ είναι πεπεισμένη ότι η εκπαίδευση είναι το κλειδί για το μέλλον και, μάλιστα, ότι η εκπαίδευση των κοριτσιών οδηγεί στην εκπαίδευση των οικογενειών και συνεπώς ολόκληρης της κοινότητας και της κοινωνίας.
  • Οι ιδέες του (επ)οικοδομισμού έχουν χρησιμοποιηθεί για να ενημερώσουν την εκπαίδευση των ενηλίκων.
  • Ειδικότερα, η εκπαίδευση περιλαμβάνει την Βασική Εκπαίδευση, το Σχολείο Μαχητή και την Ειδική Εκπαίδευση, τόσο στους Κληρωτούς Οπλίτες όσο και στα Μόνιμα Στελέχη.
  • Η εκπαίδευση είναι δωρεάν και υποχρεωτική μέχρι τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση, ενώ ο αλφαβητισμός φτάνει το 99,5%.

  • Η επιλογή των υποψηφίων και η εκπαίδευσή τους διαρκεί περίπου επτά μήνες και χωρίζεται σε τρεις φάσεις, είναι παρόμοια με εκείνη των Navy SEALs εκπαίδευση BUD / S του Αμερικανικού Πολεμικού Ναυτικού.
  • Η μεταπτυχιακή εκπαίδευση (post-diplomske studije) παρέχεται μετά την τριτοβάθμια εκπαίδευση και προσφέρει πτυχία Μάστερ , διδακτορικά (Ph.D.) και ειδικευμένη εκπαίδευση.
  • Οι πρώτοι ασκούμενοι αγγειοχειρούργοι ξεκίνησαν την εκπαίδευση το 2013.
  • Η εκπαίδευση είναι δωρεάν αλλά όχι υποχρεωτική και μόνο το 29% των παιδιών σε ηλικία δημοτικού παίρνουν μια βασική εκπαίδευση.
Advertisement
© dict.cc English-Greek dictionary 2024
Contains translations by TU Chemnitz and Mr Honey's Business Dictionary (German-English only).
Links to this dictionary or to individual translations are very welcome!