Translation for 'ενόσω' from Greek to English
while {conj}ενόσω
1 translation
To translate another word just start typing!

Translation for 'ενόσω' from Greek to English

ενόσω
while {conj}
Usage Examples Greek
  • ... 1993), ενόσω ήταν βοηθός επίσκοπος του Ιβάνο-Φρανκίβσκ των Ουκρανών.
  • Παράλληλα, ενόσω βρισκόταν στο εξωτερικό, ήρθε σε επαφή με Έλληνες του «"Κύκλου της Πίζας"», ενός κύκλου λογίων που ασχολούνταν με την κατάσταση της Ελλάδας.
  • Αποφάσισε να κατεβεί από το τρένο, να ευθυγραμμίσει σωστά τον διακόπτη και να επιστρέψει στη μηχανή ενόσω αυτή λειτουργούσε.
  • Το 1435, ενόσω ο Αλβέρτος Γ΄ έλειπε σε κυνήγι, ο πατέρας του την κατηγόρησε για μαγεία και την πέταξε στον Δούναβη, όπου πνίγηκε.
  • Η Κωνσταντία φυλακίστηκε στο κάστρο στο Τόρο, ενόσω ο πατέρας της είχε πόλεμο εναντίον του Αλφόνσου ΙΑ΄ ως το 1329.

  • Ο αδελφός του, Ιωάννης Β΄ ο Καλός, ενόσω ήταν Βασιλιάς, του παραχώρησε το Μέγαρο της Ναβάρρας (ευρισκόμενο σήμερα επί της οδού Σαιντ-Αντρέ-ντεζ-Αρ στο 8ο Δημοτικό Διαμέρισμα του Παρισιού), το οποίο και είχε κληρονομήσει από την Ιωάννα Β΄ της Ναβάρρας.
  • Όπως όλες οι αβοκέτες, ο τρόπος που αναζητά την τροφή της είναι πολύ ιδιαίτερος: ανιχνεύει και σκαλίζει τον ιζηματώδη βυθό με χαρακτηριστική κίνηση του κυρτού ράμφους δεξιά-αριστερά, επίσης και με μικρές καταδύσεις ενόσω κολυμπάει.
  • Τον προσδίδουν την πρόταση «λαμπρός - αυτοδίδακτος - εμπειρογνώμονας στα πτηνά, και ίσως το πιο γνωστό παράδειγμα αυτοβελτίωσης και αποκατάστασης στις φυλακές των ΗΠΑ», χωρίς βέβαια να του αναγνωριστεί το δεύτερο ενόσω ζούσε.
  • Κάποια στιγμή εμφανίζονται οι 7 κριτές του κάτω κόσμου και βάζουν φωτιά στη γη ενόσω η πλημμύρα πλησιάζει.
  • ... "incubus", πληθυντικός "incubi"), συνήθως γνωστός μαζί με την θηλυκή του έκφανση, "σούκουμπους", είναι αρσενικός δαίμονας που επισκέπτεται τις γυναίκες ενόσω κοιμούνται και προχωρεί σε σεξουαλική επαφή μαζί τους.

  • Η βουλευτική της αποζημίωση δινόταν στην ΕΔΑ ενόσω διαρκούσε η θητεία της στο βουλευτικό αξίωμα.
  • Ο βρόχος While επιτυγχάνει την συνεχή εκτέλεση μιας ομάδας εντολών ή μιας και μόνο εντολής ενόσω μια δοθείσα λογική συνθήκη είναι αληθής.
  • Ο Βονιφάτιος Γ΄, σε αντίθεση με τον ομώνυμο προκάτοχό του Βονιφάτιο Β΄, απαγόρευσε με ποινή αναθεματισμού να γίνεται έστω και λόγος περί εκλογής νέου Πάπα ενόσω ζούσε ο ευρισκόμενος στο θρόνο.
  • Ο πατέρας του είχε ειδικευθεί στην ανθοκομική ενόσω ζούσε στη Βουλγαρία.
  • ... succubus, πληθυντικός succubi), συνήθως γνωστή μαζί με την αρσενική της έκφανση, ίνκουμπους, είναι θηλυκός δαίμονας που επισκέπτεται τους άντρες ενόσω κοιμούνται και προχωρεί σε σεξουαλική επαφή μαζί τους.

  • Αν η ακαδημία είχε μεγάλες οικονομικές δυσκολίες, γιατί η χρηματοδότηση ήταν πολύ περιορισμένη, ο Χόλμπεργκ συμφωνούσε να τη συνδράμει, ενόσω ζούσε.
  • Κατά το μεσαίωνα, η περιοχή αποκαλείτο Καρυττός, τοπίο έντονης θρησκευτικής δράσης, όπου διασώζεται μέχρι και σήμερα ο Ιερός Ναός Αγίου Γεωργίου (περιοχή Δέσι, μαρμαράδικα Πατήματος) που χρησιμοποίησε ο Άγιος Τιμόθεος ως ασκηταριό ενόσω κτιζόταν η Μονή της Πεντέλης.
  • Ασχέτως με τον τρόπο που μια Στοά δέχεται υποψηφίους, ένας υποψήφιος για να γίνει δεκτός ως μέλος της και να μυηθεί από αυτή στον Ελευθεροτεκτονισμό, πρέπει να υπερψηφισθεί από τα μέλη της ενόσω αυτή είναι «ανοιχτή», δηλαδή ενόσω η Στοά εργάζεται.
  • Περί τις 2:30 το πρωί, ενόσω είχε στηθεί μια αυθόρμητη πορεία - διαδήλωση που περιδιάβαινε τους δρόμους της Αθήνας, στάλθηκε στα τυπογραφεία του "Ελευθέρου Βήματος" ένα επαναστατικό διάγγελμα προκειμένου να τυπωθεί σε χιλιάδες αντίτυπα.
© dict.cc English-Greek dictionary 2026
Contains translations by TU Chemnitz and Mr Honey's Business Dictionary (German-English only).
Links to this dictionary or to individual translations are very welcome!