Advertisement
 Translation for 'εξαπάτηση' from Greek to English
fraud {noun}εξαπάτηση {η}
1 translation
To translate another word just start typing!

Translation for 'εξαπάτηση' from Greek to English

εξαπάτηση {η}
fraud {noun}
Advertisement
Usage Examples Greek
  • Η εξαπάτηση του Ανάξαρχου αποκαλύπτεται, πυροδοτώντας την οργή των δύο πριγκίπων.
  • Έχοντας ανακαλύψει την εξαπάτηση του Ναρσίκο, η Φιορίλα προσπαθεί να βρει τον Σελίμ αλλά δεν τον βρίσκει πουθενά.
  • Το LCS επιχείρησε παθητική εξαπάτηση ως μέρος της Hardboiled.
  • Η εξαπάτηση της Επιχείρησης Bodyguard στον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο μπορεί να θεωρηθεί ως μια εξαπάτηση που αύξησε την ασάφεια που με την πάροδο του χρόνου έγινε μειωμένη ασάφεια.
  • Η διαδικτυακή απάτη είναι τύπος απάτης ή εξαπάτησης του ηλεκτρονικού εγκλήματος που χρησιμοποιεί το Διαδίκτυο και μπορεί να περιλαμβάνει απόκρυψη πληροφοριών ή παροχή εσφαλμένων πληροφοριών με σκοπό την εξαπάτηση των θυμάτων για την απόσπαση χρημάτων, περιουσίας και κληρονομιάς.

  • Όταν ο Μιτσουσαμπούρο ανακαλύπτει την εξαπάτηση του Τακάσι, απομονώνεται από τους άλλους, αλλά η γυναίκα του τάσσεται με τον Τακάσι.
  • Η Μαγκνταλένα ντι λα Κρούζ για παράδειγμα, ομολόγησε πριν πεθάνει ότι τα στίγματά της ήταν σκόπιμη εξαπάτηση.
  • "Το Κομμουνιστικό Κόμμα που βγήκε μέσα από τα σπλάχνα των τίμιων εργατών του χεριού και του πνεύματος, κατέρχεται εις τας εκλογάς για να αποκαλύψει την προδοσίαν των αστικών κομμάτων και να χτυπήσει αλύπητα την νέαν απόπειρα προς εξαπάτηση του λαού".
  • Η εξαπάτηση του Γουέμπ πείθει τον εισαγγελέα κατά την ανάκριση του, υποστηριζόνταςτόσο η Σούζαν αλλά και ο ίδιος ότι δεν γνωρίζαν ο ένας τον άλλο πριν από το θάνατο του συζύγου της.
  • ο Λούπου δήλωσε ότι ήταν λόγω της αποτελεσματικότητας του προσωπικού του, και όχι εξαπάτηση.

  • Η κίνηση αυτή εξακολουθεί να θεωρείται αμφιλεγόμενη, υποστηρίζοντας ότι υπήρξε εξαναγκασμός και εξαπάτηση από τις αποικιακές αρχές.
  • Οι στίχοι αφορούν ως επί το πλείστον μελαγχολικούς συλλογισμούς για την αγάπη, τη θνησιμότητα, το τεχνητό συναίσθημα, τον πασιφισμό και την εξαπάτηση.
  • Η «κακή πίστη» (mauvaise foi) σημαίνει γενικότερα την εσφαλμένη αντίληψη και πιο συγκεκριμένα ταυτίζεται με την αυτο-εξαπάτηση.
  • Στην πράξη αποτελεί εξαπάτηση των Αρχών ενός κράτους κατά την εισαγωγή ή εξαγωγή εμπορευμάτων.
  • Κατά τη διάρκεια της σεζόν του 1994, η ομάδα της Μπένετον κατηγορήθηκε για εξαπάτηση, με αποτέλεσμα να επιβληθούν πρόστιμα και αποκλεισμός σε δύο αγώνες για τον Σουμάχερ.

  • Η αυταπάτη είναι η σταθερή ψευδής πεποίθηση και χρησιμοποιείται στην καθομιλουμένη για να περιγράψει μια πεποίθηση που προέρχεται από ψέμα, φαντασιοπληξία, εξαπάτηση κλπ.
Advertisement
© dict.cc English-Greek dictionary 2024
Contains translations by TU Chemnitz and Mr Honey's Business Dictionary (German-English only).
Links to this dictionary or to individual translations are very welcome!