Advertisement
 Translation for 'επάγγελμα' from Greek to English
job {noun}επάγγελμα {το}
1 translation
To translate another word just start typing!

Translation for 'επάγγελμα' from Greek to English

επάγγελμα {το}
job {noun}
Advertisement
Usage Examples Greek
  • Ο πατέρας του δούλευε στο καινούριο για την εποχή επάγγελμα του τηλεγραφητή αν και είχε κάνει κάποιες σπουδές φαρμακευτικής και ιατρικής.
  • Για να ασκήσει κάποιος το επάγγελμα της Γενικής Χειρουργικής απαιτούνται έξι χρόνια μελέτης στο Ιατρικό Πανεπιστήμιο έπειτα προαιρετικά ένα χρόνο αγροτικό το οποίο πραγματοποείται σε αγροτικά ή ημιαστικά κέντρα και τέλος άλλα έξι χρόνια ειδίκευσης στο επάγγελμα (5 χρόνια Γενική Χειρουργική και ένας χρόνος για τις υποειδικότητες της Γενικής Χειρουργικής).
  • Είναι γιος του Βασίλη Παυλόπουλου, φιλόλογου στο επάγγελμα.
  • Το ναυτιλιακό επάγγελμα είναι το παλαιότερο επάγγελμα των Ελλήνων.
  • Σπούδασε ιατρική και ασκεί το επάγγελμα μέχρι σήμερα.

  • Η Πουρίδου έχει δηλώσει πως το επάγγελμα της είναι γεωργός.
  • Γεννήθηκε στην Κύμη. Άσκησε το επάγγελμα του φαρμακοποιού.
  • Θα ασκήσει το επάγγελμα αυτό μέχρι το 2003 (Ιράκ).
  • Όταν τέτοιος άγιος δεν υπάρχει, ένα επάγγελμα μπορεί να έχει προστάτη έναν άγιο του οποίου η πράξεις ή θαύματα με κάποιο τρόπο μπορεί να σχετιστούν με το επάγγελμα.
  • Στην Κωνσταντινούπολη κατά τον 10ο αιώνα αναφέρονται 24 Ταβουλλάριοι που αποτελούσαν συντεχνία χωρίς δυνατότητα αύξησης του αριθμού τους, ήταν κλειστό επάγγελμα και για να γίνει κάποιος μέλος ήταν δύσκολο, πάλι η αμοιβή τους ήταν καθορισμένη από έπαρχο της πόλης που ήταν διοικητικά ανώτερός τους, κι είχαν ιεραρχία ανάλογα της παλαιότητας στο επάγγελμα.

  • Γεννήθηκε στη Θήβα. Σπούδασε νομικά και άσκησε το επάγγελμα του δικηγόρου.
  • Ο μικρότερος αδελφός του, ο αντιστράτηγος σερ Ουώλτερ Κίτσενερ (1858-1912), που ακολούθησε επίσης το στρατιωτικό επάγγελμα, διετέλεσε Κυβερνήτης των Βερμούδων από το 1908 έως το 1912.
  • Το επάγγελμα του ηχολήπτη περιλαμβάνει τις δημιουργικές και πρακτικές όψεις του ήχου και της μουσικής, σε αντίθεση με το επάγγελμα του ακουστικού μηχανικού (acoustical engineer) που ασχολείται με την εφαρμογή της φυσικής επιστήμης της ακουστικής, στην τεχνολογία.
  • Ο Λεμοναδοπώλης ήταν πλανόδιο επάγγελμα που υφίστατο από τα τέλη του 18ου αιώνα μέχρι τις αρχές του 20ου, ενώ σήμερα -τουλάχιστον στη Δύση- έχει εκλείψει.
  • Έζησε στα χρόνια του Μεγάλου Κωνσταντίνου, ήταν δικηγόρος στο επάγγελμα και αναφέρεται ότι ασκούσε το επάγγελμά του υπερασπιζόμενος αδικημένους, αδύναμους, αλλά και διωχθέντες χριστιανούς.

  • Οι νοσηλευτές θεωρούνται παγκοσμίως ως το πιο ηθικό, ανιδιοτελές και ειλικρινές επάγγελμα στην συνείδηση του πληθυσμού βάση ερευνών, ενώ συχνά η νοσηλευτική δεν χαρακτηρίζεται ως απλό επάγγελμα, αλλά ως λειτούργημα.
  • Εκτός από τους κουρείς, άλλα ιατροφαρμακευτικά επαγγέλματα ήταν το επάγγελμα του μπαρμπέρη, των γιατρών για πληγές και κατάγματα και το επάγγελμα της μαμής.
  • Μπορεί επίσης να αναφέρεται στο επάγγελμα του Γαλατά.
  • Οι δικολάβοι μπορούσαν να διωχθούν πειθαρχικά, σε γενικές γραμμές, για τα ίδια πειθαρχικά αδικήματα που ισχύουν και για τους δικηγόρους και ιδίως εάν ασκούσαν παράλληλα και επάγγελμα ασυμβίβαστο με αυτό του δικηγόρου ή δεν ασκούν πραγματικά το επάγγελμά τους από γραφείο στην έδρα του Δικαστηρίου όπου είναι διορισμένοι.
  • Οι άνθρωποι που δημιουργούν και αναρτούν βίντεο στο YouTube ως επάγγελμα ονομάζονται Youtubers.

    Advertisement
    © dict.cc English-Greek dictionary 2024
    Contains translations by TU Chemnitz and Mr Honey's Business Dictionary (German-English only).
    Links to this dictionary or to individual translations are very welcome!