Advertisement
 Translation for 'επαγγελματική' from Greek to English
apprenticeship {noun} επαγγελματική εκπαίδευση {η}
1 translation
To translate another word just start typing!

Usage Examples Greek
  • Το 2015, ο Ζούσμαν ξεκίνησε την επαγγελματική του σταδιοδρομία στη Μακάμπι Τελ Αβίβ.
  • Παρακάτω είναι μια περίληψη των μέγιστων 12 βαθμών που απονέμονται από την επαγγελματική κριτική επιτροπή κάθε χώρας και την τηλεψηφοφορία στον τελικό.
  • Ο EU-OSHA συλλέγει, αναλύει και παρέχει πληροφορίες σχετικές με την επαγγελματική ασφάλεια και υγεία σε όλη την ΕΕ και συμβάλλει στην ανάπτυξη μιας βάσης τεκμηρίων, την οποία μπορούν να χρησιμοποιήσουν οι υπεύθυνοι της χάραξης πολιτικής για τη θέσπιση των μελλοντικών πολιτικών για την επαγγελματική ασφάλεια και υγεία.
  • Ξεκίνησε την επαγγελματική δραστηριοποίηση με τη μουσική αφού τελείωσε το σχολείο.
  • Η επαγγελματική συμβουλευτική, είναι η συμβουλευτική παρέμβαση η οποία γίνεται με τη βοήθεια της ατομικής συμβουλευτικής συνέντευξης - συνεδρίας, κατά την οποία αναπτύσσεται σχέση προσωπικής εμπιστοσύνης ανάμεσα στον σύμβουλο και τον συμβουλευόμενο.

  • Η ίδια ταξίδευε μαζί με την οικογένεια της σε όλην την Ευρώπη, ανάλογά με την επαγγελματική δραστηριότητα των γονιών της, μέχρι την ηλικία των επτά ετών.
  • Η ΦΚ Χάρκιβ ήταν μια επαγγελματική, ποδοσφαιρική ομάδα από το Χάρκοβο, Ουκρανία.
  • Την περίοδο 2013-14 κατέκτησε την πρώτη θέση στον 5ο όμιλο της Γ΄ Εθνικής και κέρδισε την ιστορική άνοδο στην επαγγελματική Φούτμπολ Λιγκ , στην οποία αγωνίστηκε την περίοδο 2014-15 με την επαγγελματική επωνυμία ΠΑΕ Α.Ο.Τ.
  • Εντάχθηκε στα τμήματα υποδομής της Στουτγκάρδης το 2003 και ξεκίνησε την επαγγελματική του καριέρα το 2007 με τη δεύτερη ομάδα του συλλόγου, αγωνιζόμενος στην ημι-επαγγελματική "Ρεγκιονάλλιγκα Συντ".
  • Η Κλουμπ Αμέρικα (ισπανικά: "Club América") είναι μια μεξικανική επαγγελματική ποδοσφαιρική ομάδα από την Πόλη του Μεξικού.

  • Ο Κωστής Μισεδάκης ευδοκίμησε και στην σύντομη οικογενειακή και επαγγελματική του ζωή.
  • Το 2000 σταμάτησε την επαγγελματική του καριέρα και αγωνίστηκε για ένα μικρό χρονικό διάστημα στη Μπρόνσχοϊ, από την οποία είχε ξεκινήσει την επαγγελματική του καριέρα, πραγματοποιώντας 14 εμφανίσεις και πετυχαίνοντας 8 γκολ.
  • Ο Άλμπανο, ξεκίνησε την ενασχόλησή του με την επαγγελματική πάλη το 1953 και πέρασε όλη την καριέρα του στο WWE, τότε γνωστό με άλλη ονομασία.
  • Επαγγελματική ασθένεια ή επαγγελματική νόσος, ή επαγγελματική πάθηση, χαρακτηρίζεται εκείνη που προσβάλλει ορισμένα άτομα αποκλειστικά και μόνο λόγω του επαγγέλματός τους.
  • Η δημιουργία της σχολής αρχικά είχε στόχο την επαγγελματική κατάρτιση κοριτσιών, θυμάτων του εμφυλίου πολέμου, τα οποία ήταν ορφανά ή είχε διαλυθεί η οικογένειά τους.

  • Κατά την πρώτη του χρονιά στην επαγγελματική καλαθοσφαίριση, ψηφίστηκε ως Κορυφαίος Πρωτοεμφανιζόμενος Παίκτης για το έτος 2009 και επιλέχθηκε ως μέλος της All-Rookie Team.
  • Από την περίοδο 2011-12, που για πρώτη φορά στην ιστορία του μετέχει σε επαγγελματική κατηγορία, στη Γ΄ Εθνική, ο σύλλογος μετατράπηκε σε ΠΑΕ, με την επωνυμία «ΠΑΕ Α.Ο.
  • Η Νοτς Κάουντι είναι η παλαιότερη επαγγελματική ομάδα έχοντας ιδρυθεί στις 28 Νοεμβρίου του 1862 (παλαιότερη είναι η μη επαγγελματική Σέφιλντ ΦΚ ιδρυμένη το 1857).
  • Αποτέλεσμα του σκανδάλου αυτού ήταν η δημιουργία αμιγώς επαγγελματικών ομάδων που συγκρότησαν τη "Serie A" και τη "Serie Β", δηλαδή την Α΄ και τη Β΄ επαγγελματική κατηγορία.
Advertisement
© dict.cc English-Greek dictionary 2024
Contains translations by TU Chemnitz and Mr Honey's Business Dictionary (German-English only).
Links to this dictionary or to individual translations are very welcome!