Advertisement
 Translation for 'ευφυής' from Greek to English
unverified shrewd {adj} {adv} ευφυής {ο}, -ης {η}, -ές {το}, -είς {οι}, -ά/-ή {τα}
1 translation
To translate another word just start typing!

Usage Examples Greek
  • Ορισμένοι επικριτές της προσομοίωσης του εγκεφάλου πιστεύουν ότι είναι απλούστερο να δημιουργηθεί άμεσα γενική ευφυής δράση χωρίς να μιμηθεί η φύση.
  • Η ιδέα του Αυγούστου Β΄ της Σαξονίας να επιδιώξει συμμαχία με τον Μέγα Πέτρο ήταν ευφυής, αφού ανάγκασε τους Σουηδούς να μάχονται ταυτόχρονα σε δύο μέτωπα.
  • Ωστόσο, η πρόσφατη έρευνα έχει αποδείξει ότι ο Λουβουά, ως ευφυής πολιτικός, απλά διέγνωσε τις επιθυμίες του κυρίου του και λειτουργούσε σύμφωνα μ' αυτές.
  • Η ευφυής συμπεριφορά των κητωδών, η επικοινωνία τους, ο τρόπος που κοιμούνται αλλά και το μέγεθος του εγκεφάλου και η πολυπλοκότητα του εγκεφαλικού φλοιού κάποιων ειδών, τα έκαναν αντικείμενα μελέτης για τους επιστήμονες και αγαπητά στους ανθρώπους.
  • Ο Κλάους είναι εξαιρετικά έξυπνος και ευφυής για κάποιον που είναι λίγο μεγαλύτερος από δώδεκα χρονών (στην αρχή της σειράς).

  • Περιγράφεται ως ευφυής και ευγενική και θεωρήθηκε καλή επιρροή στον αδερφό της, που ήταν κοντά της.
  • Παράλληλα, ήταν μορφωμένος, ευφυής και πρακτικός.
  • Ως ποιμενικός σκύλος εργασίας είναι ιδιαίτερα ευφυής σκύλος, η φιλική του και παιχνιδιάρικη διάθεση σε συνδυασμό με την αγάπη του για τα παιδιά, τον κάνουν ιδανικό σκύλο για μια οικογένεια.
  • Ήταν ευφυής νέα, με φλογερή πίστη, η οποία είχε κατορθώσει να οδηγήσει πολλούς ανθρώπους στην οδό του Ιησού Χριστού.
  • Η εκλογή του Μαίτλαντ για τη θέση του Λόρδου Ύπατου Αρμοστή κρίνεται ως επιτυχημένη για την υπεράσπιση των βρετανικών συμφερόντων στα Επτάνησα, επειδή ο Μαίτλαντ ήταν διορατικός, έμπειρος, ευφυής, διπλωμάτης και πολιτικά ενεργός.

  • Στην τεχνητή νοημοσύνη, ευφυής πράκτορας (Intelligent Agent - IA) είναι μια αυτόνομη οντότητα που αντιλαμβάνεται το περιβάλλον της μέσω αισθητήρων και ενεργεί σε αυτό μέσω ενεργοποιητών.
  • Ο όρος "οξύμωρος" σημαίνει "κατ' οξύν" (ευφυή τρόπο) + μωρός", ο ευφυής, που παρέχει την εντύπωση μωρού.
  • Η ευφυής ζωή και η ικανότητα επεξεργασίας πληροφορίας πρέπει να είναι δυνατή στο Σύμπαν και, μόλις υπάρξει, δεν μπορεί ποτέ να πεθάνει .
  • Στον πόλεμο, όπου ήταν ανθυπολοχαγός του πεζικού, αποδείχτηκε ευφυής στρατιωτικός με ηγετικές ικανότητες.
  • Ήταν ευφυής και φιλεργατικός και πολύ καλός γνώστης της γλώσσας.

  • Παρά το ασυνήθιστο μέγεθος του σώματός του ήταν ευφυής, πνευματώδης, αγαθότατος στην καρδιά και συμπαθητικός ως άνθρωπος.
  • Ήταν ιδιαίτερα ευφυής προσωπικότητα και δεξιοτέχνης ποιητής.
  • Ο Αθανασίου υπήρξε εκτός από ευφυής άνθρωπος και ιδιαίτερα αποτελεσματικός ανασκαφέας.
Advertisement
© dict.cc English-Greek dictionary 2024
Contains translations by TU Chemnitz and Mr Honey's Business Dictionary (German-English only).
Links to this dictionary or to individual translations are very welcome!