Advertisement
 Translation for 'ζωηρός' from Greek to English
unverified vivid {adj}ζωηρός
lively {adj}ζωηρός
lively {adj}ζωηρός, -ή, -ό
3 translations
To translate another word just start typing!

Translation for 'ζωηρός' from Greek to English

Advertisement
ζωηρός
unverified vivid {adj}

lively {adj}

ζωηρός, -ή, -ό
lively {adj}
Usage Examples Greek
  • Το 1823 ο Ντέηβιντ Ρικάρντο, προς το τέλος της ζωής του, όντας ζωηρός υποστηρικτής της «ελληνικής υπόθεσης» και της ελληνικής Επανάστασης, έγινε ένα από τα μέλη της Φιλελληνικής Επιτροπής του Λονδίνου.
  • Ενώ ο Φρειδερίκος αναφέρεται πως ήταν «"ήσυχος και μετρημένος"», ο Γεώργιος περιγραφόταν ως «"ζωηρός και αστειευόμενος"».
  • Σύμφωνα με τον Μπρέναν, «ο τόνος αυτών των προσωπικών ποιημάτων είναι ανοιχτόκαρδος και ζωηρός, που υποδηλώνει μια στενή και οικεία σχέση μεταξύ του ποιητή και της πατρόνας του».
  • Ο μεγαλύτερος αδερφός της Λίλα, είναι ζωηρός και εργατικός.
  • Το Time Out είπε ότι «το τέλος είναι ένα από αυτά τα έξυπνα παράλογα που στοιχειώνουν το είδος, αλλά ο ζωηρός ρυθμός και η προσοχή στη λεπτομέρεια αντισταθμίζουν το αβάσιμο».

  • Τον Ιάκωβο χαρακτήριζε ζωηρός ενθουσιασμός και βαθιά πίστη.
  • Ένα μουσικό μέτρο σύντομο, γι’ αυτό και σαν ρυθμός είναι έντονος και ζωηρός.
  • Έγινε ζωηρός οπαδός της καλλιτεχνικής εκπαίδευσης για όσους επιθυμούν να αφιερώνουν την ζωή τους στην τέχνη, ιδίως όσον αφορά τους νέους.
  • Ήταν ένας από τους 6 γιούς του Γιάννη Ξυλούρη, ζωηρός και ατίθασος, γαλουχημένος από μικρός να σπάσει τα δεσμά της Τουρκικής σκλαβιάς.
  • Ο Στρατηγός Ντίμιταρ Γκέσκοβ αντικαταστάθηκε από τον Νερέζοβ, ο οποίος χαρακτηρίστηκε ως «πιο υγιής, πιο ζωηρός και πιο σταθερός».

  • Άνθεμα (από τη λέξη "άνθεμον" παράγωγο του ρήματος "ανθώ", "ανθίζω") ομομάζεται ένας αρχαίος ελληνικός ζωηρός και εύθυμος λαϊκός χορός, που γινόταν για να γιορταστεί ο ερχομός της άνοιξης και το άνθισμα των λουλουδιών.
  • Στέκει ζωηρός, με τεντωμένο σώμα και κοντή ουρά.
  • Είναι επίσης αρκετά ζωηρός και δεν δίνει μεγάλη σημασία στην ασφάλεια ή την πρόνοια.
  • Στην ιχνηλασία ζωηρός και γρήγορος τροχασμός εναλλασσόμενος με σύντομο καλπασμό και στη δίωξη ταχύτατος καλπασμός αλλά μικρής διάρκειας.
  • Για τους άλλους θεούς είναι απρόβλεπτος, άλλοτε δρώντας ως ζωηρός γελωτοποιός, άλλοτε ως ψυχρός πολιτικός, που πάντα δουλεύει για το συμφέρον του.

  • Το αραγκότο ήταν πιο ζωηρός τρόπος απόδοσης στην οποία ο ηθοποιός υπερέβαλλε στις κινήσεις του, στα κοστούμια και στη φωνή.
Advertisement
© dict.cc English-Greek dictionary 2024
Contains translations by TU Chemnitz and Mr Honey's Business Dictionary (German-English only).
Links to this dictionary or to individual translations are very welcome!