Advertisement
 Translation for 'ζώο' from Greek to English
ζωολ.
animal {noun}
ζώο {το}
pet {noun}κατοικίδιο ζώο {το}
2 translations
To translate another word just start typing!

Translation for 'ζώο' from Greek to English

Advertisement
ζώο {το}
animal {noun}ζωολ.

κατοικίδιο ζώο {το}
pet {noun}
Usage Examples Greek
  • Το ζώο απαντάται αποκλειστικά στην αφρικανική ήπειρο.
  • Στην πραγματικότητα, ένα ζώο που δεν είναι γηγενές σε ένα περιβάλλον μπορεί να έχει πλεονεκτήματα έναντι των γηγενών ειδών, όπως το ότι είναι ακατάλληλο για τους τοπικούς θηρευτές.
  • Το εν λόγω ζώο είχε πλατιά σαγόνια που ήταν γεμάτα με δόντια σε σχήμα τόξου και κοπτήρες.
  • Ήταν αρκετά μεγαλόσωμο ζώο: είχε ύψος 3 μέτρα, και σε μάζα έφτανε τα 230kg.
  • Ο Ευρωπαϊκός λαγός είναι φυτοφάγο ζώο και τρέφεται κυρίως με χόρτα, καλαμπόκι, σιτάρι και καρότα.

  • Ένα κατοικίδιο ζώο είναι επιλεγμένο ζώο από κάποιον άνθρωπο για προστασία ή την ψυχαγωγία του.
  • Ζώο εργασίας ονομάζεται οποιοδήποτε ζώο που βοηθά σε εργασίες τον άνθρωπο, όπως λόγου χάρη η μεταφορά προϊόντων, η φύλαξη κοπαδιών κλπ.
  • Είναι μοναχικό ζώο και τρέφεται με φυτά και βλαστούς.
  • Το έμβλημα βρίσκεται πάνω από το θυρεό και αποτελείται από μία βασιλική περικεφαλαία με ένα αργυρέρυθρο στεφάνι, πάνω στο οποίο κάθεται ένας κάστορας και πάνω στο ζώο είναι το βασιλικό στέμμα του Εδουάρδου.
  • ως μια γνήσια συγγένεια με το ζώο-προστάτη.

  • Οι μεγάλες οπλές τους, βοηθούν το ζώο να κινείται στο χιόνι και την τούντρα.
  • Η θεραπεία της Λύσσας είναι πρωτογενής και δευτερογενής: Η πρωτογενής γίνεται ΑΜΕΣΩΣ μόλις δαγκώσει το ζώο άνθρωπο.
  • Η τίγρη της Βεγγάλης είναι το εθνικό ζώο της Ινδίας και του Μπανγκλαντές, η τίγρη της Μαλαισίας είναι το εθνικό ζώο της Μαλαισίας και, η τίγρη της Σιβηρίας είναι το εθνικό ζώο της Νότιας Κορέας.
  • Μια λανθασμένη ιδέα πολλών είναι ότι έλαβε την ονομασία του από τη λέξη άρκαλος, που είναι η κρητική ονομασία για το ζώο ασβός, λόγω των πολλών μικρών σπηλαίων και τρυπών, γνωστές ως αρκαλότρυπες ή αρκαλιές, στις οποίες το ζώο αυτό βρίσκει καταφύγιο.
  • Πρόκειται για άγριο ζώο που είχε επηρεάσει αρκετά τον αγροτικό κόσμο της Σάμου όταν είχε εμφανιστεί στο νησί.

  • Η σεξουαλική συνεύρεση ανθρώπου με ζώο ονομάζεται κτηνοβασία ( < "ελληνιστική κοινή" < κτῆνος + βαίνω ).
Advertisement
© dict.cc English-Greek dictionary 2024
Contains translations by TU Chemnitz and Mr Honey's Business Dictionary (German-English only).
Links to this dictionary or to individual translations are very welcome!