Advertisement
 Translation for 'ηλεκτρική' from Greek to English
to vacuum [coll.] σκουπίζω με ηλεκτρική σκούπα
1 translation
To translate another word just start typing!

Usage Examples Greek
  • Η bachata παίζεται σήμερα σε ηλεκτρική κιθάρα και είναι πιο ρυθμική απ' ό,τι στις προηγούμενες μορφές.
  • ... "Ohmmeter") είναι μια ηλεκτρική συσκευή που μετρά την ροή του ηλεκτρικού ρεύματος που περνάει μέσα από μία ηλεκτρική αντίσταση.
  • Τα ένζυμα τρανσαμινασών GABA καταλύουν τη μετατροπή του 4-αμινοβουτανοϊκού οξέος (GABA) και του 2-οξογλουταρικού (α-κετογλουταρικού) σε ηλεκτρική ημιαλδεΰδη και γλουταμικό.
  • Από τεχνική άποψη, το μονωτικό υλικό είναι μη αγώγιμο υλικό, που σημαίνει ότι έχει εξαιρετικά χαμηλή και κατά συνέπεια αμελητέα ηλεκτρική αγωγιμότητα.
  • Το δυναμό είναι μία συσκευή που μετατρέπει μηχανική ενέργεια σε ηλεκτρική, χρησιμοποιώντας ένα σύστημα που παράγει ένα μαγνητικό πεδίο για να γυρνάει ένα πηνίο σύρματος.Δηλαδή είναι μία ηλεκτρική πηγή Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι οι λάμπες των ποδηλάτων τροφοδοτούνται πολλές φορές με δυναμό (ένας κύλινδρος που γυρνά όταν το ποδήλατο κινείται).

  • Οι ηλεκτρικές μηχανές μετατρέπουν τη μηχανική ενέργεια σε ηλεκτρική (γεννήτριες) ή αντίστροφα (κινητήρες) ή μετατρέπουν ηλεκτρική ενέργεια με συγκεκριμένα χαρακτηριστικά σε ηλεκτρική διαφορετικών χαρακτηριστικών.
  • Ηλεκτρική μηχανή είναι η γενική ονομασία των συσκευών που είτε μετατρέπουν μηχανική ενέργεια σε ηλεκτρική, είτε μετατρέπουν ηλεκτρική ενέργεια σε μηχανική, είτε αλλάζουν το ύψος της τάσης εναλλασσόμενου ρεύματος.
  • Κατ' αναλογία προς τα σιδηρομαγνητικά και τα παραμαγνητικά υλικά, η θερμοκρασία Κιρί μπορεί επίσης να χρησιμοποιηθεί για να περιγράψει τη θερμοκρασία όταν η αυθόρμητη ηλεκτρική πόλωση ενός υλικού μετατρέπεται σε επαγόμενη ηλεκτρική πόλωση, ή αντίστροφα.
  • Θερμοπομπός ονομάζεται η ηλεκτρική συσκευή που μετατρέπει την ηλεκτρική ενέργεια σε θερμότητα, με σκοπό την θέρμανση ενός χώρου.
  • Μπορεί να παραχθεί από ηλεκτρική από ηλεκτρική εκκένωση σε κετενές σε χαμηλή πίεση (μικρότερη από ένα torr) και η ενθαλπία της αντίδρασης του προσδιορίστηκε περίπου 252,2±3,3 kJ/mol.

  • Οι The Libertines είναι αγγλικό ροκ συγκρότημα που δημιουργήθηκε το 1997 στο Λονδίνο και αποτελείται από τους Πιτ Ντόχερτι (φωνητικά, ηλεκτρική κιθάρα), Καρλ Μπαρατ (φωνητικά, ηλεκτρική κιθάρα), Τζον Χάσελ (μπάσο) και Γκάρι Πάουελ (ντραμς).
  • Το συγκρότημα αποτελείται από τους Τακαακίρα Γκότο (ηλεκτρική κιθάρα), Χιντέκι Σουεμάτσου (ηλεκτρική κιθάρα), Ταμάκι Κουνίσι (μπάσο, ηλεκτρική κιθάρα, πιάνο) και Γιασουνόρι Τακάντα (ντραμς, συνθεσάιζερ).
  • Το ηλεκτρικό ρεύμα είναι η μεταφερόμενη ηλεκτρική ενέργεια.
  • Το νιόβιο είναι μέτριος αγωγός του ηλεκτρισμού: η ηλεκτρική του αγωγιμότητα, 6,58×106 S/m, είναι 33η μεταξύ 70 μετάλλων.
  • Ως εσωτερική ηλεκτρική εγκατάσταση (Ε.Η.Ε.) εννοούμε μια ηλεκτρική εγκατάσταση που λειτουργεί με την αποκλειστική ευθύνη ενός καταναλωτή, τροφοδοτείται σ’ ένα σημείο της με ηλεκτρική ενέργεια και χρησιμεύει για να διοχετεύει την ενέργεια αυτή σε συσκευές καταναλώσεως.

  • Ακόμα και αν η ηλεκτρική τροφοδοσία του συστήματος διακοπεί, υπάρχει ένας πυκνωτής ο οποίος αποθηκεύει για 1 δευτερόλεπτο ηλεκτρική ενέργεια, ικανή να ενεργοποιήσει τους αερόσακους.
Advertisement
© dict.cc English-Greek dictionary 2024
Contains translations by TU Chemnitz and Mr Honey's Business Dictionary (German-English only).
Links to this dictionary or to individual translations are very welcome!