Advertisement
 Translation for 'ηλεκτρολόγος' from Greek to English
εργασίαηλεκτρ.
electrician {noun}
ηλεκτρολόγος {ο}
1 translation
To translate another word just start typing!

Translation for 'ηλεκτρολόγος' from Greek to English

ηλεκτρολόγος {ο}
electrician {noun}εργασίαηλεκτρ.
Advertisement
Usage Examples Greek
  • Σπούδασε ηλεκτρολόγος μηχανικός στο Πολυτεχνείο της Κωνσταντινούπολης από το οποίο αποφοίτησε το 1950.
  • Ο Μπρούνο Άμπντανκ-Αμπακανόβιτς (πολωνικά: "Bruno Abdank-Abakanowicz") (6 Οκτωβρίου 1852 -29 Αυγούστου 1900) ήταν Πολωνός μαθηματικός, εφευρέτης και ηλεκτρολόγος μηχανικός.
  • Σπούδασε ηλεκτρολόγος μηχανικός στη Σιβιτανίδειο Σχολή και εργάστηκε ως τομεάρχης δικτύου της Δ.Ε.Η.
  • Γεννημένος στη Μόσχα, με ρίζες αγροτών, ο πατέρας του Μπαρκάσοφ ήταν ηλεκτρολόγος και η μητέρα του ήταν νοσοκόμα.
  • Ο Δημήτρης Μπαξεβανάκης είναι Έλληνας ηλεκτρολόγος μηχανικός, εκπαιδευτικός και πολιτικός.

  • O Σίμος Σιμόπουλος ήταν Έλληνας μηχανολόγος-ηλεκτρολόγος μηχανικός και πανεπιστημιακός.
  • Ο Χρήστος Σπίρτζης (1969) είναι Έλληνας ηλεκτρολόγος μηχανικός και πολιτικός.
  • Σπούδασε ηλεκτρολόγος-μηχανολόγος στο Πολυτεχνείο και διετέλεσε επισκέπτης ερευνητής στο Τεχνολογικό Ινστιτούτο του Ιλινόις των ΗΠΑ.
  • Η Περιστέρα (Μπέτυ) Μπαζιάνα (Καρδίτσα, 26 Αυγούστου 1974) είναι Ελληνίδα πανεπιστημιακός, ηλεκτρολόγος μηχανικός και σύντροφος του πρώην πρωθυπουργού Αλέξη Τσίπρα.
  • Σπούδασε μηχανολόγος και ηλεκτρολόγος μηχανικός στο Πολυτεχνείο του Αννόβερου στη Γερμανία.

  • Σπούδασε ηλεκτρολόγος - μηχανολόγος στο Μικρό Πολυτεχνείο στην Αθήνα.
  • Ο Κρις Τουμάζου (Χριστόφορος Τουμάζου) είναι ηλεκτρολόγος μηχανικός, καθηγητής, ερευνητής και εφευρέτης στον τομέα της εμβιομηχανικής.
  • Ο Γιάννης Κουράκος, είναι Έλληνας ηλεκτρολόγος μηχανικός, πολιτικός και πρώην βουλευτής της Νέας Μεταρρυθμιστικής Ριζοσπαστικής Ανασυγκρότησης.
  • Ο Νίκος Χριστοδουλάκης είναι Έλληνας πολιτικός, καθηγητής Οικονομικής Ανάλυσης, ηλεκτρολόγος μηχανικός και οικονομολόγος.
  • Γεννήθηκε στο δήμο Ρανγκέλ, στην πρωτεύουσα Λουάντα. Σπούδασε ηλεκτρολόγος μηχανολόγος.

  • Walker, ηλεκτρολόγος του νοτιοανατολικού σιδηρόδρομου, πόντισε ένα καλώδιο που ήταν μονωμένο με γουταπέρκα κατά μήκος της ακτής του Ντόβερ το έτος 1849.
  • Αντώνιος Κονταράτος (1933 -), ηλεκτρολόγος μηχανικός και σύμβουλος της ΝΑΣΑ στο πρόγραμμα «Απόλλων».
  • Ο Γουίλιαμ Έντουαρντ Άυρτον ("William Edward Ayrton", 14 Σεπτεμβρίου 1847 – 8 Νοεμβρίου 1908) ήταν Άγγλος φυσικός, ηλεκτρολόγος μηχανικός και εφευρέτης.
Advertisement
© dict.cc English-Greek dictionary 2024
Contains translations by TU Chemnitz and Mr Honey's Business Dictionary (German-English only).
Links to this dictionary or to individual translations are very welcome!