Advertisement
 Translation for 'μετεωρολογία' from Greek to English
επιστήμημετεωρ.
meteorology {noun}
μετεωρολογία {η}
1 translation
To translate another word just start typing!

Translation for 'μετεωρολογία' from Greek to English

μετεωρολογία {η}
meteorology {noun}επιστήμημετεωρ.
Advertisement
Usage Examples Greek
  • Εκτός από την αστρονομία, ασχολήθηκε και με τη μετεωρολογία, αλλά ειδικεύθηκε στο τότε νέο πεδίο της φασματοσκοπίας.
  • Αν και ανήκει στο διεθνές σύστημα μονάδων το χιλιοστόμετρο στήλης υδραργύρου εξακολουθεί να χρησιμοποιείται συνήθως στην ιατρική, στην μετεωρολογία, στην αεροπορία και σε πολλά άλλα επιστημονικά πεδία.
  • ερευνητές στους τομείς της χημείας, των ελαστικών, του χάλυβα, των ιατρικών και φαρμακευτικών επιστημών στη γεωργική έρευνα (εργαστήρια INRA και Limagrain), στη βιοτεχνολογία, στη σεισμολογία και στη μετεωρολογία.
  • Δίδαξε μετεωρολογία στο πρώτο από το 1861, ανακηρυσσόμενος έκτακτος καθηγητής το 1866.
  • ... χ. μετεωρολογία, εκτοξεύσεις πυραύλων).

  • Το ενδιαφέρον του στην μετεωρολογία τον οδήγησε στην αεροπορία.
  • Οι χαρταετοί είναι πιο γνωστοί στην πρόσφατη ιστορία της αεροπορίας κυρίως για τη χρήση τους για μεταφορά ανθρώπων, αν και έχουν χρησιμοποιηθεί σημαντικά και σε άλλους τομείς όπως η μετεωρολογία.
  • Με πρωτοβουλία της συζύγου του, Αικατερίνης-Νίνας Ηλία Μαριολοπούλου (απεβίωσε τον Αύγουστο του 2004), ιδρύθηκε ίδρυμα που φέρει το όνομά του με σκοπό ανάμεσα στα άλλα να προαχθούν οι επιστήμες της ατμόσφαιρας, όπως η μετεωρολογία και να βραβευτούν οι νέοι που ασχολούνται με τις επιστήμες αυτές.
  • Η ναυτική μετεωρολογία αποτελεί ιδιαίτερο κλάδο της γενικής μετεωρολογίας και έχει κύριο αντικείμενο της την έρευνα των καιρικών φαινομένων στο παγκόσμιο θαλάσσιο χώρο.
  • Τα πυρανόμετρα χρησιμοποιούνται σε επιστήμες όπως η μετεωρολογία, η κλιματολογία και η φυσική.

  • Στη Μετεωρολογία και ειδικότερα στη ναυτική μετεωρολογία ριπαίος άνεμος χαρακτηρίζεται ο άνεμος του οποίου η ένταση μεταβάλλεται απότομα και παροδικά.
  • Κατά την μετεωρολογία, όταν η περίοδος έλλειψης βροχοπτώσεων δεν ξεπερνάει τις λίγες εβδομάδες, η περίοδος αυτή χαρακτηρίζεται «"ανόμβριο διάλειμμα"».
  • Ο Γουίλσον, στη συνέχεια, άρχισε να ενδιαφέρεται ιδιαίτερα για τη μετεωρολογία και το 1893 ξεκίνησε να μελετά τα σύννεφα και τις ιδιότητές τους.
  • Με τον όρο άπνοια ή νηνεμία (κοινώς ονομάζεται και κάλμα) τόσο στη μετεωρολογία όσο και στη ναυτιλία χαρακτηρίζεται η παντελής έλλειψη πνοής ανέμου.
  • Γεννήθηκε στο Κάιρο, σπούδασε φυσική και μετεωρολογία, εργάσθηκε στο Εθνικό Κέντρο Ατμοσφαιρικής Έρευνας στο Μπόλντερ των ΗΠΑ και αλλού.

  • Εργάστηκε πάνω στη μετεωρολογία, εξηγώντας τη δημιουργία των καταιγίδων.
  • Το καλοκαίρι στη μετεωρολογία καθορίζεται συμβατικά ως η χρονική περίοδος που περιλαμβάνει για το Βόρειο ημισφαίριο τους μήνες Ιούνιο, Ιούλιο και Αύγουστο.
  • Η ξυλογραφία του Φλαμαριόν είναι ένα έργο χαρακτικής σε ξύλο άγνωστου δημιουργού, που ονομάζεται έτσι επειδή η πρώτη τεκμηριωμένη εμφάνισή του έγινε στο βιβλίο του γάλλου αστρονόμου Καμίλ Φλαμαριόν "L'atmosphère: météorologie populaire" ("Η ατμόσφαιρα: Εκλαϊκευμένη μετεωρολογία").
Advertisement
© dict.cc English-Greek dictionary 2024
Contains translations by TU Chemnitz and Mr Honey's Business Dictionary (German-English only).
Links to this dictionary or to individual translations are very welcome!