Advertisement
 Translation for 'ξένος' from Greek to English
foreign {adj}ξένος
foreigner {noun}ξένος {ο} [κοιν.]
I'm a stranger here.Είμαι ξένος εδώ.
3 translations
To translate another word just start typing!

Usage Examples Greek
  • Έπαιξε 5 σεζόν για τον "Αίαντα" (1966–1971) και έγινε ο πρώτος ξένος αρχηγός στην ιστορία του συλλόγου .
  • Οι υπηρεσίες, οι οποίες αναλαμβάνουν τις διαδικασίες υποδοχής και ταυτοποίησης χωρίζονται ανάλογα με το νομικό καθεστώς στο οποίο υπάγεται ο ξένος υπήκοος.
  • Ο Άλι Άμπσι ήταν ο πρώτος ξένος διαιτητής που διαιτήτευσε αγώνα, στην πρώτη έκδοση του Κυπέλλου.
  • Κανένας άλλος ξένος δεν το πέτυχε μέχρι τον Ρομάριο το 1989.
  • Κάθε ξένος, που επισκέπτεται το χωριό, νοιώθει την εγκαρδιότητα και την πατροπαράδοτη φιλοξενία των Σακαρετσιάνων.

  • Το 1851 εξελέγη ξένος εταίρος της Βασιλικής Ακαδημίας Επιστημών της Σουηδίας.
  • ξένος της νύχτας" είναι μια ελληνική πολεμική ταινία του 1960 σε σενάριο και σκηνοθεσία Έλλης Νεζερίτη.
  • Οι λέξεις ξένος και φιλοξενία στην αρχαιότητα χρησιμοποιούνταν για να δηλώσουν στενές ανθρώπινες σχέσεις γεμάτες από δικαιώματα αλλά και υποχρεώσεις.
  • Η επόμενη σεζόν 2006-2007, τον βρήκε δανεικός στον Διαγόρα Ρόδου, με τον οποίο πραγματοποίησε εξαιρετικές εμφανίσεις και ψηφίστηκε ως ο καλύτερος ξένος της Β' εθνικής κατηγορίας.
  • Ο Ζέεντορφ έγινε ο ξένος με τις περισσότερες εμφανίσεις με την Μίλαν μετά από έναν αγώνα απέναντι στην πρώην ομάδα του στην Ιταλία, τη Σαμπντόρια, στην διάρκεια του οποίου πέτυχε τέρμα.

  • Κατέκτησε 2 Πρωταθλήματα Ελλάδας (1995, 1996) και το 1996 αναδείχθηκε κορυφαίος ξένος βολεϊμπολίστας στο ελληνικό πρωτάθλημα.
  • Ο Κρεγκ Γκρίνγουντ είναι Αμερικανός πρώην καλαθοσφαιριστής και ο πρώτος αθλητής που αγωνίστηκε επίσημα ως ξένος από ελληνική ομάδα σε ευρωπαϊκό αγώνα καλαθοσφαίρισης.
  • πρότεινε να θεωρηθεί οτι ξένος είναι αυτός που δεν έχει δικαίωμα να παίζει για την Εθνική Ρωσίας, το κύριο Συμβούλιο της ΡΠΟ αποφάσισε, τελικά, να μην αλλάξει τον κανόνα.
  • Ο «ξένος» αυτός ήταν ο Γκαίτε.
  • Η φιλοξενία (ετυμολoγία από το φιλώ (= αγαπώ) + ξένος) αναφέρεται στην πράξη της περίθαλψης και φροντίδας ενός ξένου στο σπίτι κάποιου.

  • Θεωρείται ίσως ο καλύτερος ξένος αμυντικός (θέση λίμπερο) που έχει αγωνιστεί με τον Ολυμπιακό Πειραιώς [...] , από τον οποίο αποκτήθηκε το 1979 και φόρεσε τη φανέλα του επί τρία χρόνια.
Advertisement
© dict.cc English-Greek dictionary 2024
Contains translations by TU Chemnitz and Mr Honey's Business Dictionary (German-English only).
Links to this dictionary or to individual translations are very welcome!