Advertisement
 Translation for 'ξύρισμα' from Greek to English
shave {noun}ξύρισμα {το}
1 translation
To translate another word just start typing!

Translation for 'ξύρισμα' from Greek to English

ξύρισμα {το}
shave {noun}
Advertisement
Usage Examples Greek
  • επιφάνεια του δέρματος. Η πιό κοινή μορφή αποψίλωσης είναι το ξύρισμα.
  • Σε μερικούς πολιτισμούς, είναι συνήθεια το τακτικό ξύρισμα της ηβικής τρίχας ειδικά στις γυναίκες.
  • Οι ξυριστικές μηχανές προορίζονται ειδικά και μόνο για ξύρισμα.
  • Το ξύρισμα κεφαλής είναι πολύ πιο κοινό στους άνδρες.
  • Ομάδες εφήβων εισέβαλαν σε ιδιωτικές κατοικίες και πετούσαν στο δρόμο "αστικά" αντικείμενα, όπως κοσμήματα και δυτικού τύπου ρούχα, ενώ πολλοί πολίτες υπέστησαν δημόσιους ξυλοδαρμούς με σχοινιά, άλλοι υποβλήθηκαν σε ξύρισμα του κρανίου τους ή διαπομπεύτηκαν στους δρόμους φορώντας μεγάλα κωνικά καπέλλα και πλακάτ στα οποία κατήγγειλαν οι ίδιοι τους εαυτούς τους.

  • Η ξύστρα είναι μια συσκευή για το ακόνισμα του σημείου γραφής ενός μολυβιού ή μίας ξυλομπογιάς με το ξύρισμα της φθαρμένης επιφάνειας του.
  • Ο κλάδος αυτός ασχολήθηκε με την κατασκευή της περούκας, αλλά και την κόμμωση των γυναικών, ενώ ο μπαρμπέρης παρέμεινε στο κούρεμα και το ξύρισμα των ανδρών.
  • Δεν είναι λίγες οι φορές που ως κόμμωση και εμφάνιση συγχέεται με το ξύρισμα του κεφαλιού.
  • Η πρώτη της δουλειά ήταν σε ένα κουρείο, όπου ήταν υπεύθυνη να ετοιμάζει τον αφρό για το ξύρισμα.
  • Υπάρχει, επίσης, η άποψη ότι μπορεί η τελετουργία να περιλαμβάνει και το ξύρισμα των μαλλιών, πιθανώς του αγοριού με το μισοξυρισμένο κεφάλι.

  • Ο Μπορίς απάντησε άμεσα με εκτόπιση ή «ξύρισμα» (ισοδυναμούσε με έκπτωση από τα αξιώματα) των διαφωνούντων.
Advertisement
© dict.cc English-Greek dictionary 2024
Contains translations by TU Chemnitz and Mr Honey's Business Dictionary (German-English only).
Links to this dictionary or to individual translations are very welcome!