Advertisement
 Translation for 'οδήγηση' from Greek to English
steering {noun}οδήγηση {η}
1 translation
To translate another word just start typing!

Translation for 'οδήγηση' from Greek to English

οδήγηση {η}
steering {noun}
Advertisement
Usage Examples Greek
  • Η Έβανς συνελήφθη τον Μάιο του 2014 για οδήγηση υπό την επήρεια συνταγογραφημένων φαρμάκων.
  • Τα μικρά άλογα και τα πόνι χρησιμοποιούνταν παραδοσιακά για ιππασία, οδήγηση και μεταφορές φορτίων.
  • Ακόμα υπάρχουν παράπονα που υποστηρίζουν η οδήγηση του Μάρτιν ότι ήταν παράνομη και επικίνδυνη.
  • Υπάρχουν 17.870 χλμ. ασφαλτοστρωμένων δρόμων εκ των οποίων 230 χλμ αυτοκινητόδρομοι. Η οδήγηση γίνεται στα δεξιά.
  • Η οδήγηση στην χώρα γίνεται στα δεξιά.

  • Ο εμπορικός στόλος περιλαμβάνει 6.323 πλοία. Η οδήγηση γίνεται στα δεξιά.
  • Η οδήγηση γίνεται στα αριστερά.
  • Οι μεταθέσεις είναι ουσιαστικής σημασίας για την επιτυχία πολλών αλγορίθμων, συμπεριλαμβανομένης της απαλοιφής Gauss με μερική οδήγηση (όπου οι μεταθέσεις κάνουν την οδήγηση).
  • Η οδήγηση γίνεται στα αριστερά.
  • Αρχικά, για τη διαφήμιση των Manta χρησιμοποιήθηκε το σλόγκαν «Manta: αναπτύχθηκε από την παράδοση της ευρωπαϊκής αυτοκινητοβιομηχανίας», ενώ μετά παρουσιάστηκαν με τα σλόγκαν «Opel Manta: Επειδή καταλαβαίνετε ποια είναι η οδήγηση ή επειδή έχετε κατανοήσει ποια είναι η οδήγηση» και «Opel Manta: Αν είστε απλά αυτοκίνητα, πολύ βαρετή».

  • Ο ηλεκτροκινητήρας μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την οδήγηση σε ταχύτητες κάτω των 30 χιλιόμετρα την ώρα, επιτυγχάνοντας μείωση των εκπομπών σωματιδίων και θορύβου, καθώς και την αύξηση της αποτελεσματικότητας σε αργή οδήγηση ή σε καταστάσεις συμφόρησης, όπως στην πόλη.
  • Η οδήγηση γίνεται στα δεξιά.
  • Η οδήγηση γίνεται στα δεξιά, αν και η υποδομή είναι διαμορφωμένη για οδήγηση στα αριστερά.
  • Στη χώρα υπάρχει ένα αεροδρόμιο. Η οδήγηση γίνεται στα αριστερά.
  • Μάλιστα έχει ανακοινωθεί επίσημα ήδη από το 2018 ότι μελλοντικώς θα προσφέρει έξτρα Αυτόνομη Οδήγηση Επιπέδου 4, με μέγιστο στην κλίμακα το 5 (το Επίπεδο 5 είναι η πλήρως αυτόνομη οδήγηση, στην οποία δεν υπάρχουν τιμόνι και πεντάλ).

  • 2 Ηλεκτρονικά περιορισμένη, για λόγους ασφαλείας κατά την οδήγηση.
  • Του αρέσει η οδήγηση με μοτοσικλέτα και έχει λάβει μέρος σε αγώνες, στους οποίους έχει επανειλημμένα βραβευτεί.
  • Μετά τις αυξήσεις στην τιμή της βενζίνης (και των καυσίμων γενικότερα), αλλά και τις δραματικές επιβαρύνσεις που έχει υποστεί το περιβάλλον στον πλανήτη, η ανάγκη για οικονομικότερη οδήγηση είναι μεγαλύτερη.
Advertisement
© dict.cc English-Greek dictionary 2024
Contains translations by TU Chemnitz and Mr Honey's Business Dictionary (German-English only).
Links to this dictionary or to individual translations are very welcome!