Advertisement
 Translation for 'οδηγός' from Greek to English
driver {noun}οδηγός {ο}
1 translation
To translate another word just start typing!

Translation for 'οδηγός' from Greek to English

οδηγός {ο}
driver {noun}
Advertisement
Usage Examples Greek
  • Αν προσθέσουμε όλα τα αστέρια που έχει δώσει ο οδηγός Μισελέν σε γερμανικά εστιατόρια, φτάνουν τα 300.
  • Ο οδηγός και ο θερμαστής της D 180 επέζησαν.
  • Ο Όσκαρ Πιάστρι είναι Αυστραλός οδηγός αγώνων που οδηγεί για τη Μακλάρεν στο Παγκόσμιο πρωτάθλημα Φόρμουλα 1, αφού προηγουμένως είχε υπηρετήσει ως έφεδρος οδηγός για την Alpine F1 Team και την ακαδημία οδηγών της ομάδας.
  • Ο Φίλιπ Τολ Χιλ Jr (20 Απριλίου 1927 - 28 Αυγούστου 2008) ήταν ένας Αμερικανός οδηγός αγώνων και ο μόνος αμερικανός οδηγός που κέρδισε το Παγκόσμιο Πρωτάθλημα Οδηγών της Φόρμουλα 1 (ο Μάριο Αντρέτι, ένας Ιταλός Αμερικανός οδηγός, κέρδισε το πρωτάθλημα το 1978, αλλά δεν γεννήθηκε στις Ηνωμένες Πολιτείες).
  • Αναγκάζεται να δεχτεί τη δουλειά ως οδηγός της Σόφια.

  • Ο Μίκ Σουμάχερ γεννήθηκε στις 22 Μαρτίου 1999 και είναι Γερμανός οδηγός αγώνων, ο οποίος είναι ο τρέχων εφεδρικός οδηγός της Mercedes AMG Formula One Team..
  • Όταν έφυγε από τον στρατό, ο Σίραν έγινε οδηγός φορτηγού κρεάτων για την εταιρεία Food Fair και συναντήθηκε με τον Ράσελ Μπαφαλίνο το 1955 όταν εκεινος προσφέρθηκε να τον βοηθήσει να φτιάξει το φορτηγό του και στη συνέχεια εργάστηκε για αυτόν ως οδηγός και πραγματοποιούσε παραδόσεις.
  • Ως σοφέρ (ή σοφερίνα) φέρεται ο οδηγός οχήματος.
  • Ο Ντόναλντ Κάμπελ ("Donald Malcolm Campbell", 23 Μαρτίου 1921 - 4 Ιανουαρίου 1967) ήταν Βρετανός οδηγός, ο οποίος έσπασε οκτώ παγκόσμια ρεκόρ ταχύτητας στο νερό και στην ξηρά τη δεκαετία του 1950 και του 1960.
  • Ο Ρίο Χαριάντο ("Rio Haryanto", 22 Ιανουαρίου 1993) είναι Ινδονήσιος οδηγός αγώνων.

  • Ο Ζυλ Μπιανκί ("Jules Bianchi", 3 Αυγούστου 1989 – 17 Ιουλίου 2015) ήταν Γάλλος οδηγός της Φόρμουλα 1 που πέθανε στις 17/7/2015 από επιπτώσεις ενός σοβαρού τραυματισμού στο κεφάλι στο Ιαπωνικό Γκραν Πρι του 2014 (5/10/2014).
  • ... στις 25 Απριλίου του 1985 στο Ρένεν της Ολλανδίας) είναι Ολλανδός οδηγός της Φόρμουλα 1, ο οποίος τρέχει με την Κέιτερχαμ Φόρμουλα 1, στην οποία το 2012, εργαζόταν ως δοκιμαστής και αναπληρωματικός οδηγός.
  • Ο Μίκο Χίρβονεν (αγγλικά: Mikko Hirvonen) είναι επαγγελματίας οδηγός Ράλλυ από το 2002.
  • 1 επιπλέον βαθμό κέρδιζε ο οδηγός με τον ταχύτερο γύρο.
  • Από την επίθεση των ανταρτών στο πρώτο αυτοκίνητο τραυματίστηκαν ο οδηγός Κλεάνθης Τερζόπουλος και ο εργοδηγός Γεώργιος Σιδερίδης, ο οποίος αργότερα υπέκυψε στα τραύματά του [...].

    Advertisement
    © dict.cc English-Greek dictionary 2024
    Contains translations by TU Chemnitz and Mr Honey's Business Dictionary (German-English only).
    Links to this dictionary or to individual translations are very welcome!