Advertisement
 Translation for 'οικογενειακή' from Greek to English
marital status {noun}οικογενειακή κατάσταση {η}
1 translation
To translate another word just start typing!

Usage Examples Greek
  • Ο Τζούρο Πίλαρ είχε, λόγω της μητέρας του (Τερέζα Τσούλιτς από την Ντέρβεντα), μια ισχυρή οικογενειακή σχέση με τη Βοσνία.
  • Διευθύνει οικογενειακή ξενοδοχειακή μονάδα η οποία βρίσκεται στο τουριστικό θέρετρο Μωραΐτικα, στη Νότια Κέρκυρα.
  • Η Σεπτίτσκα πέθανε στις 17 Απριλίου 1904. Είναι θαμμένη στην οικογενειακή γη στο Πριλμπίτσι.
  • Κατά τη διάρκεια της διετούς απουσίας του Μπονάννο, ο Γκάσπαρ ΝτεΓκριγκόριο εκμεταλλεύτηκε την οικογενειακή δυσαρέσκεια για το ρόλο του Μπιλ Μπονάννο και διεκδικήσε την οικογενειακή ηγεσία.
  • είναι Παλαιστίνια Διευθύνων Σύμβουλος στην οικογενειακή επιχείρηση εισαγωγών, Diamond Line, στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα.

  • Μέχρι το 2007 που εξελέγη δήμαρχος, ασχολείτο με την οικογενειακή του επιχείρηση «ΚΕΝΤΡΟ ΒΑΓΓΕΛΗΣ».
  • Η Club Jenna είναι οικογενειακή επιχείρηση, με την αδερφή του Grdina επικεφαλής του εμπορικού τμήματος.
  • Γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Πάρο όπου από μικρή ασχολήθηκε στο χώρο της εστίασης, στην οικογενειακή επιχείρηση.
  • Στην οικογενειακή επιχείρηση εισήλθαν σταδιακά και οι υπόλοιποι πέντε αδερφοί του.
  • Ο Ναπολέων Α΄ τον έπεισε να τού πωλήσει 344 έργα από την οικογενειακή συλλογή των Μποργκέζε στο Γαλλικό κράτος, την οποία ο Καμίλλο είχε εμπλουτίσει με γλυπτά από εκσκαφές στις ιδιοκτησίες του.

  • Οι Σαούρια Παχάρια χρησιμοποιούν την εναλλασσόμενη καλλιέργεια. Οδηγούν την οικογενειακή τους ζωή.
  • Η δυναστεία Νγκουιέν (βιετναμικά: Nguyễn triều) ήταν η τελευταία οικογενειακή οικογένεια του Ανναμ.
  • Ο Σάντλερ εργάστηκε ως ζαχαροπλάστης στην οικογενειακή επιχείρηση The Lemon Hall Refreshment House, ένα μικρό κατάσημα της Οξφόρδης.
  • Μετά τον πόλεμο, γίνεται στέλεχος στην οικογενειακή επιχείρηση επεξεργασίας και εμπορίας καπνού "Αδελφοί Παναγόπουλοι".
  • Μια οικογενειακή επιχείρηση είναι μια εταιρεία που κατέχει μετοχές σε μια άλλη εταιρεία (θυγατρική) για τον έλεγχο της διαχείρισης και των δραστηριοτήτων της, επηρεάζοντας ή εκλέγοντας το διοικητικό της συμβούλιο.

  • Ο Κωστής Μισεδάκης ευδοκίμησε και στην σύντομη οικογενειακή και επαγγελματική του ζωή.
  • Μία μορφή κυβέρνησης μπορεί στην πραγματικότητα να είναι κληρονομική χωρίς να θεωρείται μοναρχία, όπως οικογενειακή δικτατορία.
  • Ο Μποτσέλι μεγάλωσε στην οικογενειακή φάρμα, όπου η οικογένεια πουλούσε αγροτικά μηχανήματα και έφτιαχνε κρασί, στο μικρό χωριό της La Sterza το οποίο βρίσκεται στην Τοσκάνη της Ιταλίας, περίπου 40 χιλιόμετρα νότια της πόλης Πίζα.
Advertisement
© dict.cc English-Greek dictionary 2024
Contains translations by TU Chemnitz and Mr Honey's Business Dictionary (German-English only).
Links to this dictionary or to individual translations are very welcome!