Advertisement
 Translation for 'οικοδομή' from Greek to English
building {noun}οικοδομή {η}
1 translation
To translate another word just start typing!

Translation for 'οικοδομή' from Greek to English

οικοδομή {η}
building {noun}
Advertisement
Usage Examples Greek
  • Μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο στην Ελλάδα η συντεχνιακή οικοδομή σταδιακά παρήκμασε και πλέον ελάχιστοι κάτοικοι των χωριών αυτών ασχολούνται ακόμη με την οικοδομή, κυρίως ηλικιωμένοι και μόνο ως ιδιώτες οικοδόμοι ή εργολάβοι.
  • Η οικοδομή διαθέτει καταρχάς εκτεταμένους χώρους υπογείου με κοινόχρηστα πλυντήρια για τις ανάγκες των διαμερισμάτων, διαμέρισμα/κατοικία θυρωρού και τις αποθήκες των συνιδιοκτητών.
  • Εργάστηκε σε διάφορες δουλειές καθ'όλη την διάρκεια της ζωής του, συμπεριλαμβανομένων του μάγειρα και στην οικοδομή.
  • Το 1736 ο Φλωρεντινός καρδινάλιος Νέρι Μαρία Κορσίνι, ανιψιός του πάπα Κλήμη ΙΒ΄ (πιο πριν καρδινάλιου Λορέντσο Κορσίνι), απέκτησε τη βίλα και τη γη και ανέθεσε την οικοδομή που υπάρχει τώρα.
  • Μεταλλευτική είναι η ανθρώπινη δραστηριότητα της εξόρυξης μεταλλευμάτων, ορυκτών και πετρωμάτων για χρήση στην οικοδομή, την εξαγωγή μετάλλων και την παραγωγή αντικειμένων γενικότερα.

  • Πριν του δοθεί η ευκαιρία να δουλέψει σαν ηθοποιός, ο Μελόνι έκανε διάφορες άλλες δουλειές, όπως εργάτης σε οικοδομή, μπάρμαν, και προσωπικός γυμναστής.
  • Οι περιπέτειές των τριών Βορειοηπειρωτών καταλήγουν με τον θάνατο του Θωμά από ατύχημα σε μια οικοδομή και την απόφαση των άλλων δύο να επιστρέψουν στο χωριό τους, πίσω στο χιόνι.
  • Μετά από αυτό είναι και οι δύο πολύ στενοχωρημένοι αλλά και χωρίς δουλειά, μιας κι είχαν αφήσει την δουλειά τους στην οικοδομή.
  • Η οικοδομή φαντάζει ανάλαφρη και το σχέδιο της προκαλεί ενδιαφέρον μιας και το ύψος της είναι τριπλάσιο του μήκους των κλιτών της.
  • Στην οικοδομή ο όρος στεγανοποίηση συναντάται κυρίως σε χώρους υπογείων, δωμάτων, ταρατσών, πισίνας, ζαρντινιερών κ.α.

  • Οι απλές φόρμες, η έλλειψη ιστορικών αναφορών, η απουσία διακοσμητικών στοιχείων και συμβολισμών, διακρίνονται ήδη από το πρώτο έργο του Νεοπτόλεμου Μιχαηλίδη, το οποίο πραγματοποιήθηκε μετά την επιστροφή του στην Κύπρο και αποτελεί την πρώτη οικοδομή που χτίστηκε στο νησί με τους όρους της σύγχρονης κατασκευής.
  • Σαν στόχο της έχει την πνευματική οικοδομή των μελών της, την ανάπτυξη της μεταξύ τους φιλίας και τη διάδοση του χριστιανικού μηνύματος ανάμεσα στο φοιτητόκοσμο.
  • Παιδί φτωχής αγροτικής οικογένειας, δούλευε από μικρός στην οικοδομή, ενώ το βράδυ πήγαινε σε νυχτερινό σχολείο.
  • Απ΄ όλα τα παραπάνω εκτός από τον κυρίως ναό ως οικοδομή ιδιαίτερα μνημεία βυζαντινής τέχνης θεωρούνται το Κιβώριο, το σύνθρονο και το βαπτιστήριο στα οποία και αποδίδεται ιδιαίτερη ιστορική και καλλιτεχνική αξία.
  • Η οικοδομή Θεοδωρίδη στα Εξάρχεια (1933-36) επικαλείται στοιχίεα της Μακεδονικής κτιριολογικής παράδοσης.

  • Στην οικοδομή συνδυάζεται συνήθως με το πηλοφόρι.
  • Χαρακτηριστικό είναι ότι το "Βουλευτήριο" αλλάζει χρήση αυτή την περίοδο και ένα μέρος του καλύπτεται από μια νεότερη οικοδομή.
  • Κοντά στο Επισκοπείο βρίσκονται τα ερείπια της οικοδομής που άλλοτε χρησιμοποιούταν ως κατοικία του καθολικού επισκόπου.
Advertisement
© dict.cc English-Greek dictionary 2024
Contains translations by TU Chemnitz and Mr Honey's Business Dictionary (German-English only).
Links to this dictionary or to individual translations are very welcome!