Advertisement
 Translation for 'οικονομία' from Greek to English
οικον.
economy {noun}
οικονομία {η}
saving {noun}οικονομία {η} [κέρδος]
thrift {noun} οικονομία {η} [φειδώ στα έξοδα]
3 translations
To translate another word just start typing!

Usage Examples Greek
  • Όσον αφορά στην οικονομία, υποστηρίζει την ελεύθερη καπιταλιστική οικονομία, αλλά δηλώνει ότι η κυβέρνηση πρέπει να παρέμβει για να αποτρέψει την δημιουργία κοινωνικών τάξεων.
  • Η Οικονομία της Τσεχίας είναι ανεπτυγμένη κοινωνική οικονομία της αγοράς προσανατολισμένη στις εξαγωγές.
  • Η οικονομία του νομού έχει συνδεθεί από τον 19ο αιώνα με τα ορυχεία (εξόρυξη σιδήρου, αλατιού και ασβεστόλιθου) και τη σιδηρουργία.
  • Αυτός ο τομέας της οικονομίας αποτελείται από την Κοινωνική Οικονομία, την Αλληλέγγυα Οικονομία και τον Μη Κερδοσκοπικό Τομέα, σε αντιδιαστολή με την ιδιωτική οικονομία.
  • Το 2020, η οικονομία των Φιλιππίνων παρήγαγε ΑΕΠ 367,4 δις δολαρίων.

  • Δείτε την πολιτική οικονομία για τη μελέτη των οικονομικών στο πλαίσιο της πολιτικής επιστήμης.
  • Όμως τα οικονομικά προβλήματα που συσσωρεύονται στην αμερικανική οικονομία βγάζουν πρόεδρο στις εκλογές του 1920 τον Ρεπουμπλικανό Γουόρεν Χάρντινγκ ο οποίος κατορθώνει να βελτιώσει σημαντικά την οικονομία.
Advertisement
© dict.cc English-Greek dictionary 2024
Contains translations by TU Chemnitz and Mr Honey's Business Dictionary (German-English only).
Links to this dictionary or to individual translations are very welcome!