Advertisement
 Translation for 'πρόσωπο' from Greek to English
face {noun}πρόσωπο {το}
person {noun}πρόσωπο {το} [μεταφ.]
2 translations
To translate another word just start typing!

Usage Examples Greek
  • διαταγή πληρωμής σε συγκεκριμένο πρόσωπο με ή χωρίς δικαίωμα και αυτό το πρόσωπο με την σειρά του να διατάξει την πληρωμή σε άλλο πρόσωπο.
  • Διότι ό,τι ζωγραφίζεται ως ένα πρόσωπο, και όποιος περιγράφει αυτό το πρόσωπο, απλά περιγράφει τη θεία φύση, που είναι αδύνατο να περιγραφεί.
  • Στην κοινωνιολογία, τη γλωσσολογία, τις μελέτες των μέσων ενημέρωσης και επικοινωνίας, η αλληλεπίδραση πρόσωπο με πρόσωπο θεωρείται η πιο άμεση κοινωνική αλληλεπίδραση που πραγματοποιείται χωρίς διαμεσολάβηση.
  • Ένας ερευνητής αναγνώρισε το πρόσωπο του ζωγράφου και στα δύο έργα του Μιχαήλ-Αγγέλου, επιθέτοντας το πρόσωπο εκείνου στις τοιχογραφίες.
  • Οι πρώτοι δύο θεωρείται σχεδόν από όλους ότι είναι το ίδιο πρόσωπο.

  • Οι προσωπικές αντωνυμίες στα Σαντάλι διακρίνονται σε αποκλεισιτικό και μη αποκλειστικό πρώτο πρόσωπο και αναφορικό και εκδηλωτικό τρίτο πρόσωπο.
  • Το Hadji Firuz είναι ένα παραδοσιακό πρόσωπο που κουβαλά τα χρώματα του Νορούζ.
  • Στη λογιστική, έξοδο είναι μια εκροή χρημάτων ή άλλων πολύτιμων περιουσιακών στοιχείων από ένα πρόσωπο ή εταιρεία σε ένα άλλο πρόσωπο ή εταιρεία.
  • Μόνο ο άνθρωπος θεωρείται "φυσικό πρόσωπο", σε αντιδιαστολή με το Νομικό πρόσωπο.
  • Το ένα πρόσωπο του Χριστού είναι "το της ενώσεως πρόσωπο" ή οι δύο φύσεις αποτέλεσαν "το της ενώσεως πρόσωπο".

  • Δηλαδή όταν το πουλί είναι χαρούμενο, το πρόσωπο κοκκινίζει, αλλά εάν κάτι το τρομάξει, το πρόσωπο ασπρίζει.
  • Η Σάρα Κνάους ("Sarah DeRemer Knauss", 24 Σεπτεμβρίου 1880 – 30 Δεκεμβρίου 1999) ήταν Αμερικανίδα υπεραιωνόβια και το τρίτο γηραιότερο πρόσωπο που έχει ζήσει στον κόσμο.
  • Ο συμβαλλόμενος πρέπει να έχει ικανότητα δικαίου, δηλαδή να είναι φυσικό πρόσωπο ή νομικό πρόσωπο (είτε νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου είτε νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου).
  • Το δικαίωμα προστασίας χορηγείται στο πρόσωπο που είναι ο δημιουργός της τοπογραφίας , εφόσον το εν λόγω πρόσωπο είναι ένα φυσικό πρόσωπο και είναι υπήκοος ενός κράτους μέλους της Ε.Ε ή διαμένει σε ένα από αυτά.
  • Στο παραπάνω παράδειγμα έχουμε τα εξής: το ba- είναι ένα ρηματικό πρόθημα που χρησιμοποιείται για αμετάβατα ρήματα, το zah είναι η ρίζα («δραπετεύω») και τα λοιπά καταλήξεις που υποδηλώνουν το πρόσωπο.

  • Η ονομασία του προέρχεται από το γεγονός ότι οι χορευτές έρχονται κατά το χορό μεταξύ τους, πρόσωπο με πρόσωπο.
  • Το 1999, έγραψε βιβλίο για τις εμπειρίες του ως κυβερνητικός εκπρόσωπος, με τίτλο "«Πρόσωπο με πρόσωπο με τα Μαζικά Μέσα Ενημέρωσης»".
  • η οποία να έχει μέτοχο μόνο ένα πρόσωπο (φυσικό ή νομικό).
  • Εργοδότης είναι το πρόσωπο που απασχολεί άλλο ως μισθωτό.
Advertisement
© dict.cc English-Greek dictionary 2024
Contains translations by TU Chemnitz and Mr Honey's Business Dictionary (German-English only).
Links to this dictionary or to individual translations are very welcome!