Advertisement
 Translation for 'σούπεράρκετ' from Greek to English
supermarket {noun}σούπερ-μάρκετ {το}
1 translation
To translate another word just start typing!

Translation for 'σούπεράρκετ' from Greek to English

σούπερ-μάρκετ {το}
supermarket {noun}
Advertisement
Usage Examples Greek
  • Στο βιντεοκλίπ του έπαιξε ο ηθοποιός και φίλος του συγκροτήματος, Μπεν Στίλλερ, τον ρόλο του προϊσταμένου ενός σούπερ-μάρκετ.
  • επιλέγει από το ράφι του σούπερ μάρκετ ένα συγκεκριμένο προϊόν, πώληση γένους έχουμε όταν παραγγέλνει από το τηλέφωνο ή το διαδίκτυο "ένα τεμάχιο του προϊόντος Χ".
  • Επίσης και η άλλοτε αλυσίδα σούπερ μάρκετ Μαρινόπουλος Α.Ε., είχε λανσάρει για μικρό χρονικό διάστημα, καρτοκινητή τηλεφωνία, υπό τα ονόματα Carefour και Champion, επίσης σε δίκτυο MVNO, σε συνεργασία με την Vodafone.
  • Τουλάχιστον 5 άτομα βρήκαν το θάνατο στις ταραχές, ενώ εξαγριωμένα πλήθη λεηλάτησαν σούπερ μάρκετ.
  • Το λιανικό εμπόριο τροφίμων αποτέλεσε μια αγορά στην οποία ένας μικρός αριθμός πολύ μεγάλων εταιρειών πέτυχε να ελέγχει ένα μεγάλο μέρος των σούπερ μάρκετ.

  • Ευρεία χρήση έχει στα συσκευασμένα προϊόντα κάθε είδους που διατίθενται σε σούπερ μάρκετ ή καταστήματα τεχνολογίας αλλά και πολυκαταστήματα.
  • Επιστρέφει στο σπίτι του, περνώντας και από ένα σούπερ μάρκετ για να αγοράσει αλκοολούχα ποτά και τροφές για γάτες.
  • Στην Ελλάδα όλα τα καταστήματά της φέρουν το όνομα Άλφα Βήτα Βασιλόπουλος, η οποία αποτελεί τον δεύτερο μεγαλύτερο λιανεμπορικό όμιλο σούπερ μάρκετ, με περίπου 300 καταστήματα.
  • Η Lidl είναι γερμανική αλυσίδα εκπτωτικών καταστημάτων (discount) σούπερ μάρκετ από το Νέκαρζουλμ της Γερμανίας.
  • Στο Μπαχρέιν γίνονται δεκτά για συναλλαγές και τα Ριάλ της Σαουδικής Αραβίας, με εξαίρεση τα 500 ριάλ, τα οποία τα δέχονται μόνο σε σούπερ μάρκετ, αεροδρόμια και καταστήματα με ηλεκτρονικά είδη.

  • με τη σειρά που εμφανίζεται σε τηλεοπτικά μηνύματα ή με τη θέση του στα ράφια του σούπερ μάρκετ.
  • Σήμερα είναι διευθυντής της μεγαλύτερης αλυσίδας σούπερ μάρκετ του Παναμά, της Súper 99.
  • Ο Ντομπρόβσκις παραιτήθηκε από την πρωθυπουργία στις 27 Νοεμβρίου 2013 έπειτα από την κατάρρευση της στέγης ενός σούπερ μάρκετ στη λετονική πρωτεύουσα, που είχε ως αποτέλεσμα να σκοτωθούν συνολικά 54 άτομα.
  • Το αλεύρι όλυρας γίνεται όλο και ευκολότερα διαθέσιμο, καθώς πωλείται στα βρετανικά σούπερ μάρκετ από το 2007.
  • Υπάρχουν και κάποια σούπερ-μάρκετ στο κέντρο, όπως το "Score".

  • Στον κεντρικό δρόμο που διαπερνά το χωριό θα συναντήσουμε τοπικά και όχι μόνο σούπερ μάρκετ καθώς επίσης και καφετέριες, κέντρα συνεστιάσεως, ξενοδοχεία αλλά και νυχτερινά κέντρα διασκέδασης  και τέλος τοπικούς φούρνους και ζαχαροπλαστεία.
  • Τουλάχιστον 5 άτομα βρήκαν το θάνατο στις ταραχές, ενώ εξαγριωμένα πλήθη λεηλάτησαν σούπερ μάρκετ.
  • Για να βρει ένα τρόπο να ξεπεράσει το πρόβλημα του πιάνει δουλειά στη νυχτερινή βάρδια ενός σούπερ μάρκετ.
  • Κατά τη διάρκεια της εναρκτήριας σεκάνς η μικρούλα Μάγκυ περνάει από το σκάνερ ενός ταμείου σούπερ μάρκετ και στην ταμειακή μηχανή εμφανίζεται σαν τιμή η ένδειξη $847.63 που αποτελεί αναφορά στο μέσο μηνιαίο κόστος για τις πάνες ενός μωρού το 1989 στις Η.Π.Α.
  • ... Αφρική όπου έγινε διευθυντής σούπερ-μάρκετ).

    Advertisement
    © dict.cc English-Greek dictionary 2026
    Contains translations by TU Chemnitz and Mr Honey's Business Dictionary (German-English only).
    Links to this dictionary or to individual translations are very welcome!