Advertisement
 Translation for 'τουαλέτες' from Greek to English
men's restroom {noun} [Am.]ανδρικές τουαλέτες {οι}
1 translation
To translate another word just start typing!

Usage Examples Greek
  • Της προσφέρει πολυτελείς τουαλέτες και άλλα δώρα, της υπόσχεται να της αγοράσει αυτοκίνητο, πράγματα που η Φρανσουάζ δεν εγκρίνει καθόλου...
  • Δεν υπήρχαν τουαλέτες στους στρατώνες, μόνο δύο τρύπες στο έδαφος με σανίδες τοποθετημένες στην καθεμία, στην ύπαιθρο.
  • Συνιθίζονταν στην εποχή που οι τουαλέτες ήταν ακόμα έξω από το σπίτι ή στα μισά της σκάλας και ήταν δύσκολο να πάει κανείς τη νύχτα.
  • Ο ξυλόσπογγος ήταν κοινόχρηστος από άτομα που χρησιμοποιούσαν δημόσιες τουαλέτες.
  • Στην Τουρκία, όλες οι τουαλέτες δυτικού τύπου έχουν ένα μικρό ακροφύσιο στο κέντρο πίσω από το χείλος της τουαλέτας με στόχο τον πρωκτό.

  • Το Τόσου είναι οι παλαιότερες και μεγαλύτερες τουαλέτες της Ιαπωνίας.
  • Οι αυτοκινητάμαξες είναι κλιματιζόμενες και διαθέτουν πίνακες προορισμού, σύστημα ενημέρωσης επιβατών και τουαλέτες κενού κλειστού τύπου, οι οποίες διαθέτουν εύκολη πρόσβαση για ΑμεΑ.
  • Στα περισσότερα καταστήματα δεν υπάρχουν καν τουαλέτες ή δεν υπάρχουν γυναικείες τουαλέτες ή προορίζονται αποκλειστικά για τους πελάτες.
  • Σύμφωνα με μάρτυρες, η επίθεση έλαβε χώρα αφού η Αλμπαϊράκ προσπάθησε να παρέμβει σε μια κατάσταση μεταξύ τριών ανδρών που παρενοχλούσαν δύο έφηβες στις τουαλέτες του εστιατορίου McDonald's.
  • Μια γυναίκα ανέφερε ότι πέρασε τους τελευταίους δύο μήνες σε καταφύγιο με τα πέντε παιδιά της, χωρίς τουαλέτες ή νερό για πλύσιμο.

  • Σε πολλές χώρες, στα σπίτια οι τουαλέτες είναι σχεδιασμένες με το καζανάκι και το μπάνιο ή το ντους στο ίδιο δωμάτιο.
  • Σύμφωνα με το ΕΔΔΑ, οι 42 άνθρωποι κατέληξαν να εργάζονται καθημερινά από τις 7 το πρωί έως τις 7 το βράδυ υπό την επίβλεψη ένοπλων φρουρών, ενώ ζούσαν σε πρόχειρες παράγκες χωρίς τουαλέτες ή τρεχούμενο νερό.
  • Στο σχολείο ένας μαύρος μαθητής με το όνομα Λίτλ Χένρι, με τον οποίο ο Ντάνι είχε μια διαφωνία την προηγούμενη μέρα, πυροβολεί τον Ντάνι στις τουαλέτες και τον σκοτώνει.
  • Μέρος του προβλήματος ήταν και οι καινοτόμες για την εποχή τουαλέτες με καζανάκι, οι οποίες αντικατέστησαν το ευρείας χρήσης δοχείο νυκτός.
  • Μέχρι τον Απρίλιο του 2017 έως τον Μάρτιο του 2018, η Κρατική Εταιρεία Μεταφορών της Βόρειας Βεγγάλης θα εισάγει στόλο λεωφορείων πυραύλων εξοπλισμένων με βιο-τουαλέτες για τη διαδρομή του λεωφορείου.

  • Ο HPV έχει την ικανότητα να παραμένει στο περιβάλλον για αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα και για αυτό τον λόγο πρέπει να αποφεύγεται η επαφή με επιφάνειες, όπως δάπεδα σε δημόσιες τουαλέτες κλπ.
  • Παρόλο που ήταν Εβραία οι Γερμανοί της επέτρεψαν να λειτουργεί τον οίκο της με την προϋπόθεση να δημιουργεί τουαλέτες για τις γυναίκες των Γερμανών αξιωματούχων.
Advertisement
© dict.cc English-Greek dictionary 2024
Contains translations by TU Chemnitz and Mr Honey's Business Dictionary (German-English only).
Links to this dictionary or to individual translations are very welcome!