Advertisement
 Translation for 'φαγητό' from Greek to English
food {noun}φαγητό {το}
dish {noun}φαγητό {το}
2 translations
To translate another word just start typing!

Translation for 'φαγητό' from Greek to English

φαγητό {το}
food {noun}

dish {noun}
Advertisement
Usage Examples Greek
  • Η παέγια (ισπ. "paella") είναι ένα παραδοσιακό φαγητό της Ισπανίας.
  • Αν αίμα μολύνει το φαγητό στην προμάσηση (πρακτική που κάνουν κάποιες μητέρες ή συγγενείς για δώσουν προμασημένο φαγητό στο παιδί την περίοδο του απογαλακτισμού του), αυτό μπορεί να αποτελεί έναν κίνδυνο μετάδοσης.
  • Μια μεγάλη πλατεία, με ταβέρνες γύρω γύρω είναι ίσως ο πιο ιδανικός τόπος για ξεκούραση και φαγητό.
  • Αρτύματα ονομάζονται όλες οι συμπληρωματικές ουσίες που προστίθενται στο φαγητό για να το κάνουν πιο νόστιμο, όπως π.χ.
  • Κεντρικός ναός του οικισμού είναι το Γενέσιο της Θεοτόκου, που εορτάζει στις 8 Σεπτεμβρίου όπου σερβίρεται από τα καζάνια παραδοσιακό φαγητό (πρόβειο κρέας με κριθαράκι).

  • Αρκετά παρόμοιο φαγητό με τις κοτομπουκιές είναι το σνίτσελ, φαγητό που εμφανίστηκε για πρώτη φορά στην αυστριακή/ γερμανική κουζίνα.
  • Με την ονομασία ολόσκορδο, ήταν γνωστό φαγητό, ορεκτικό, της Βυζαντινής κουζίνας.
  • Για τους άντρες, τα αντικείμενα που αναπαρίσταναν ήταν όπλα και σύμβολα της θέσης τους, καθώς και φαγητό, ενώ για τις γυναίκες καθρέπτες, σαντάλια, και βάζα με φαγητό και ποτό.
  • Το "Μπόντεγκι "(번데기, κυριολεκτικά «νύμφη»), είναι κορεάτικο φαγητό δρόμου το οποίο παρασκευάζεται με νύμφες μεταξοσκωλήκων.
  • Φαστ φουντ είναι φαγητό που ετοιμάζεται και σερβίρεται γρήγορα.

  • Ένα διάταγμα στα τέλη της δεκαετίας του 840 απαλλάξει το μοναστήρι του Μπρίντον από την υποχρέωση να προμηθεύει φαγητό στους απεσταλμένους και στους υπηρέτες του Μπέορθγουλφ αλλά η υποχρέωση τους να προμηθεύουν φαγητό σε απεσταλμένους από γειτονικά βασίλεια ή βασίλεια πέρα από την θάλασσα εξαιρέθηκε από την απαλλαγή.
  • Μπορεί να χρησιμοποιηθεί και λίγος ζωμός από το φαγητό.
  • Το BBC Food (BBC Φαγητό) ήταν διεθνές εμπορικό τηλεοπτικό κανάλι του BBC, το οποίο επικεντρωνόταν αποκλειστικά με τα τρόφιμα και το φαγητό.
  • Τα φασολάκια πράσινα λαδερά είναι φαγητό της ελληνικής κουζίνας.
  • Είναι γρήγορο και απλό φαγητό.

  • Έτσι, όταν μαγειρεύεται ένα φαγητό σε σκεύος επικαλυμμένο με τεφλόν αυτό διεισδύει στο φαγητό και από εκεί στον ανθρώπινο οργανισμό με την κατανάλωση του φαγητού.
  • Στην Ελλάδα ανάλογο φαγητό συναντάμε από την αρχαιότητα.
  • Η περιοχή έχει επίσης προσδιοριστεί ως η "Ζώνη του Jell-O", αναφερόμενο στο Μορμονικό πολιτιστικό στερεότυπο ότι οι Μορμόνοι έχουν μια αδυναμία για το Jell-O (ένα φαγητό βασισμένο στη ζελατίνη).
  • Αυτή την ημέρα, δεν τρώγεται φαγητό.
  • Σε αρκετές χώρες ονομάζεται και «street Food» («φαγητό του δρόμου») φαγητό δηλαδή έτοιμο πρός κατανάλωση σε δημόσιο χώρο.

    Advertisement
    © dict.cc English-Greek dictionary 2024
    Contains translations by TU Chemnitz and Mr Honey's Business Dictionary (German-English only).
    Links to this dictionary or to individual translations are very welcome!