Advertisement
 ⇄Change DirectionTranslation for 'εγκυμοσύνη' from Greek to English
pregnancy {noun}εγκυμοσύνη {η}
1 translation
To translate another word just start typing!

Translation for 'εγκυμοσύνη' from Greek to English

εγκυμοσύνη {η}
pregnancy {noun}
Advertisement
Usage Examples Greek
  • Η εγκυμοσύνη της Λίζα Μπονέ παραλίγο να προκαλέσει την απόλυση της ηθοποιού, ειδικά μετά την εμφάνισή της στην ταινία "Δαιμονισμένος άγγελος", η οποία περιείχε έντονες σεξουαλικές σκηνές με τον ηθοποιό Μίκι Ρουρκ.
  • Μια επαγόμενη άμβλωση μπορεί να πραγματοποιηθεί από εξειδικευμένο πάροχο υγειονομικής περίθαλψης για γυναίκες που δεν μπορούν να συνεχίσουν την εγκυμοσύνη.
  • Εγκυμοσύνη άγνωστης θέσης (PUL) είναι ο όρος που χρησιμοποιείται για μια εγκυμοσύνη όπου υπάρχει θετικό τεστ εγκυμοσύνης αλλά δεν έχει απεικονιστεί εγκυμοσύνη χρησιμοποιώντας διακολπικό υπερηχογράφημα.
  • Δεν υπάρχουν επαρκή δεδομένα για να κριθεί η ασφάλεια κατά την εγκυμοσύνη και τη γαλουχία.
  • Στο παρελθόν έχουν υπάρξει διάφορες και αντικρουόμενες μελέτες για το αν μπορεί ή όχι να επέλθει εγκυμοσύνη από τα υγρά.
  • Η περίοδος των έξι εβδομάδων μετά την εγκυμοσύνη ονομάζεται μεταγεννητικό στάδιο.
  • Η σιμβαστατίνη αντενδείκνυται με εγκυμοσύνη, θηλασμό και ηπατική νόσο.
  • Η σπειρονολακτόνη δεν έχει μελετηθεί στην εγκυμοσύνη και δεν πρέπει να χορηγείται για την θεραπεία της υπέρτασης κατά την εγκυμοσύνη.
  • Στην εγκυμοσύνη του ενδέκατου παιδιού της επισκέφτηκε την νύφη της Ισαβέλλα της Γαλλίας, την δέχτηκε με μεγάλη τιμή αλλά η τελευταία εγκυμοσύνη κλόνισε την υγεία της και πέθανε από τις επιπλοκές.
  • Κάθε εγκυμοσύνη στις υγιείς γυναίκες σχετίζεται με σημαντική μείωση στο κίνδυνο της μητέρας να αναπτύξει καρκίνο του μαστού μετά τα σαράντα.
  • Κατά την ανάπτυξη στην βρεφική και παιδική ηλικία, και κατά την εγκυμοσύνη, η απαίτηση σιδήρου από τον οργανισμό είναι αυξημένη.
  • Οι κολπίτιδες είναι πιο συχνές στην εγκυμοσύνη.
  • Σε περιόδους όπου η νόσος είναι σε έξαρση πρέπει να αποφεύγεται η εγκυμοσύνη.
  • Η κατάσταση επιδεινώνεται από μυκητιάσεις, ερυσίπελας, τραυματισμούς και εγκυμοσύνη τα οποία οδηγούν στο στάδιο της "λεμφοστατικής ελεφαντίασης".
  • Η εξωμήτρια κύηση αφορά εγκυμοσύνη κατά την οποία το γονιμοποιημένο ωάριο εγκαθίσταται έξω από την κοιλότητα της μήτρας.
Advertisement
© dict.cc English-Greek dictionary 2023
Contains translations by TU Chemnitz and Mr Honey's Business Dictionary (German-English only).
Links to this dictionary or to individual translations are very welcome!