Übersetzung für 'άγαμος' von Griechisch nach Deutsch
άγαμος {adj}ledig
άγαμος {adj}unverheiratet
2 Übersetzungen
Neue Wörterbuch-Abfrage: Einfach jetzt tippen!

Übersetzung für 'άγαμος' von Griechisch nach Deutsch

άγαμος {adj}
ledig

unverheiratet
Anwendungsbeispiele Griechisch
  • Στην Ορθόδοξη Εκκλησία ιερέας μπορεί να είναι μόνο άνδρας είτε έγγαμος είτε άγαμος.
  • Ήταν 24 ετών και άγαμος. Το Στεττίν έμεινε στους δύο μικρότερους αδελφούς του· το 1404 απεβίωσε ο Μπόγκισλαβ Ζ΄ επίσης άγαμος και ο Σβάντιμπορ Γ΄ έμεινε μόνος δούκας.
  • Το 1487 απεβίωσε ο Σιγισμούνδος Γ΄ άγαμος, το 1509 ο Γεώργιος Β΄ άτεκνος και το 1510 ο Ροδόλφος Δ΄ άγαμος, έτσι ο Ερνέστος Α΄ έμεινε μόνος πρίγκιπας του Άνχαλτ-Ντέσαου.
  • Ήταν 20 ετών και άγαμος.
  • Το 1423 απεβίωσε σε ηλικία 22 ετών ή μεγαλύτερος, άγαμος.

  • Το 1934 απεβίωσε στο Ρέμπλιν σε ηλικία 71 ετών, άγαμος.
  • Το 1814 απεβίωσε σε ηλικία 72 ετών, άγαμος.
  • Το 1632 απεβίωσε στο Μπζεκ σε ηλικία 32 ετών, άγαμος.
  • Το 1834 απεβίωσε στο Βήζμπαντεν σε ηλικία 71 ετών, άγαμος.
  • Πέθανε άγαμος, στις 18 Ιουνίου 1944, στην Αθήνα.

  • Απεβίωσε στη Χίο υπέργηρος και άγαμος.
© dict.cc Greek-German dictionary 2026
Enthält Übersetzungen von der TU Chemnitz sowie aus Mr Honey's Business Dictionary (nur Englisch/Deutsch).
Links auf das Wörterbuch oder auch auf einzelne Übersetzungen sind immer herzlich willkommen!