Übersetzung für '
έγκλημα' von Griechisch nach Deutsch
2 Übersetzungen
Neue Wörterbuch-Abfrage: Einfach jetzt tippen!
Anwendungsbeispiele Griechisch
- Ο Λομπρόζο κατέληξε να πιστεύει ότι το έγκλημα είναι «προνόμιο» της ανθρώπινης φύσης, η τάση προς το έγκλημα είναι γενετικό χαρακτηριστικό και ο δυνάμει εγκληματίας -απόγονος όμοιων του- είναι δυνατόν να αναγνωριστεί από συγκεκριμένα χαρακτηριστικά του προσώπου και του κρανίου του.
- Η ταινία περιλαμβάνει αποσπάσματα από γερμανικές ειδησεογραφικές ταινίες που παρουσιάζουν τη σφαγή του Κάτιν ως σοβιετικό έγκλημα και αποσπάσματα από σοβιετικές εφημερίδες που παρουσιάζουν τη σφαγή ως γερμανικό έγκλημα.
- Το ηλεκτρονικό έγκλημα, κυβερνοέγκλημα ή έγκλημα στο διαδίκτυο (αγγλικά: electronic crime ή cybercrime) είναι το έγκλημα που περιλαμβάνει έναν υπολογιστή και ένα δίκτυο.
- Το έγκλημα χωρίζεται σε δύο ευρείες ταξινομήσεις: Στα «Εγκλήματα» και τα «Αδικήματα».
- Ουσιαστικά το έγκλημα της εσχάτης προδοσίας είναι έγκλημα το οποίο διαπράττεται κατά της πατρίδας.
- Ο βρασμός ψυχικής ορμής χρησιμοποιείται από τον νομοθέτη μόνο στο έγκλημα της ανθρωποκτονίας και η ύπαρξή του θεμελιώνει προνομιούχο έγκλημα (έγκλημα που τιμωρείται ελαφρύτερα σε σχέση με το βασικό έγκλημα).
- Η θρησκευτική αδιαφορία δεν ήταν έγκλημα, έγκλημα ήταν η άρνηση της ύπαρξης του Θεού.
- Ορισμένες μελέτες για εγκλήματα εξέτασαν επίσης τη θεολογική προοπτική όσων διαπράττουν θρησκευτικό ή τελετουργικό έγκλημα.
- Όμως, ένα πρωί διαβάζουν σε μία εφημερίδα ότι έγινε ένα στυγερό έγκλημα και κλάπηκαν κάποιες λίρες.
- Η αθωότητα (ή έλλειψη ενοχής) είναι ένας όρος που χρησιμοποιείται για να υποδηλώσει έλλειψη αισθήματος ενοχής σε σχέση με οποιοδήποτε έγκλημα ή αδικία.
- Με την ευρύτερη διαθεσιμότητα της τεχνολογίας των πληροφοριών, το έγκλημα στον κυβερνοχώρο ακολουθεί μια αυξανόμενη τάση.
- Το έγκλημα αυτό χαρακτηρίστηκε ως "το έγκλημα του αιώνα" και οδήγησε τον Λίντμπεργκ να φύγει με την οικογένειά του από τις Η.Π.Α και να εγκατασταθεί στην Ευρώπη μέχρι την άνοιξη του 1939.
- Σε νομικά θέματα, η άμυνα είναι το άτομο ή τα άτομα που κατηγορούνται για ένα έγκλημα σε μια δικαστική υπόθεση, μαζί με τον δικηγόρο τους.
- Η λατινική φράση Nullum crimen, nulla poena sine lege, που σημαίνει στην ελληνική «κανένα έγκλημα, καμία ποινή χωρίς υφιστάμενο νόμο», αποτελεί τη βασική αρχή - αξίωμα που διέπει σήμερα το Ποινικό Δίκαιο, στην ευρωπαϊκή νομική επιστήμη και κατ' επέκταση παγκόσμια.
- Ένα άτομο μπορεί να διωχθεί από το Δικαστήριο μόνο εάν (1) έχει διαπράξει έγκλημα εντός της εδαφικής δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου ή (2) έχει διαπράξει έγκλημα ενώ είναι υπήκοος κράτους που εμπίπτει στην εδαφική δικαιοδοσία του Δικαστηρίου.
- Κρίνει τον ποινικό κώδικα σαν νομικός κι εντοπίζει τις διαφορές με τον Αμερικάνικο, όπως τη σημαντικότερη, ότι στην ΕΣΣΔ το έγκλημα κατά του κράτους τιμωρείται πολύ πιό σκληρά από ότι το έγκλημα κατά της ζωής ή της περιουσίας του μεμονωμένου πολίτη.
© dict.cc Greek-German dictionary 2026
Enthält Übersetzungen von der TU Chemnitz sowie aus Mr Honey's Business Dictionary (nur Englisch/Deutsch).
Links auf das Wörterbuch oder auch auf einzelne Übersetzungen sind immer herzlich willkommen!