Werbung
 Übersetzung für 'αδρανές' von Griechisch nach Deutsch
χημ.
αδρανές αέριο  {το}
inertes Gas {n}
χημ.
αδρανές αέριο {το}
Inertgas {n}
2 Übersetzungen
Neue Wörterbuch-Abfrage: Einfach jetzt tippen!

Übersetzung für 'αδρανές' von Griechisch nach Deutsch

Werbung
αδρανές αέριο  {το}
inertes Gas {n}χημ.
αδρανές αέριο {το}
Inertgas {n}χημ.
Anwendungsbeispiele Griechisch
  • Ως ουσία, η αδωνιτόλη είναι άχρωμο κρυσταλλικό στερεό με σημείο τήξεως 102 °C, οπτικώς αδρανές, πολύ ευδιάλυτο στο νερό.
  • Το Κοολάου είναι αδρανές κατακερματισμένο κατάλοιπο του ανατολικού ηφαιστείου του νησιού "O'ahu" της Χαβάης.
  • Τέτοια υλικά έχουν μεγάλες τεχνολογικές προκλήσεις κι έτσι η General Atomics προτείνει τη χρήση ηλίου που είναι χημικά και πυρηνικά αδρανές.
  • Το όνομα του νομού προέρχεται από το αδρανές ηφαίστειο Πουί ντε Ντομ.
  • Το αδρανές εργοστάσιο MLW πωλήθηκε στη General Electric το 1988 και ειρωνικά χρησιμοποιήθηκε από την GE κατά τη διάρκεια ενός προγράμματος της δεκαετίας του 1980 για την ανοικοδόμηση μερικών από τους παλαιότερους οδικούς διακόπτες της σειράς "Universal" - οι μηχανές που είχαν αρχικά οδηγήσει την ALCO εκτός της επιχείρησης ατμομηχανών στις Ηνωμένες Πολιτείες Κράτη μέλη το 1969.

  • Στηρίζεται στο δεξί πόδι, έχοντας αδρανές το αριστερό.
  • Παρόλο που είναι χημικά αδρανές, το ξένον μπορεί να σχηματίσει χημικές ενώσεις, όπως το εξαφθορολευκοχρυσικό ξένο.
  • Το ασταθές μεταλλοκαρβονύλιο Ag2(CO)6 έχει παρασκευαστεί με την τεχνική της απομόνωσης μήτρας (matrix isolation) σύμφωνα με την οποία για τη μελέτη μιας πολύ δραστικής ή ασταθούς χημικής ένωσης και τη διευκρίνηση της δομής της φασματοσκοπικά, αυτή εγκλωβίζεται διαλυόμενη μέσα σε αδρανές υλικό (μήτρα) όπως αργό, άζωτο κ.ά.
  • Το παλλάδιο, όπως και τα άλλα μέταλλα της ομάδας του λευκόχρυσου, είναι σχετικά αδρανές στοιχείο.
  • Το ρουθήνιο είναι πολύ σκληρό ασημόγκριζο αδρανές μέταλλο με τέσσερις κρυσταλλικές διαμορφώσεις.

  • Παρόλο που είναι σχετικά αδρανές για πρακτικούς σκοπούς, μπορεί να δημιουργήσει δομές με νερό, όταν τα άτομά του παγιδευτούν σε δίκτυο μορίων νερού.
  • Το σιδηροκυανιούχο ιόν είναι κινητικά αδρανές και δύσκολα ανταλλάσσει τα ligands με άλλα ιόντα.
  • Το τεφλόν είναι χημικά αδρανές, αντέχει σε υψηλές θερμοκρασίες είναι ολισθηρό και άκαυστο.
  • Σε μια τέτοια εικονική θεραπευτική διαδικασία χορηγείται στον ασθενή ένα αδρανές χάπι, δίνεται στον ασθενή πληροφορία ότι αυτό μπορεί να βελτιώσει την κατάστασή του, αλλά δεν δίνεται πληροφορία ότι είναι στην πραγματικότητα αδρανές.
  • Βιομηχανικά ο βαρύτης σε κονιορτοποιημένη μορφή χρησιμοποιείται σε πολτούς εκπλύσεως γεωτρήσεων πετρελαίου, ή αερίων, αυξάνοντας το ειδικό βάρος, στη παρασκευή ενώσεων στην υφασματοβιομηχανία, τη χαρτοβιομηχανία, την υαλουργία στη βιομηχανία ελαστικών καθώς και ως αδρανές υλικό στην παραγωγή χρωμάτων.

  • Έκτοτε είναι αδρανές σε ηλιοκεντρική τροχιά.
  • Για παράδειγμα η πεψίνη παράγεται ως αδρανές πεψινογόνο, όπως και η θρυψίνη που παράγεται ως θρυψινογόνο.
Werbung
© dict.cc Greek-German dictionary 2026
Enthält Übersetzungen von der TU Chemnitz sowie aus Mr Honey's Business Dictionary (nur Englisch/Deutsch).
Links auf das Wörterbuch oder auch auf einzelne Übersetzungen sind immer herzlich willkommen!