Werbung
 Übersetzung für 'αστικός' von Griechisch nach Deutsch
αστικός {adj}städtisch [urban]
1 Übersetzung
Neue Wörterbuch-Abfrage: Einfach jetzt tippen!

Übersetzung für 'αστικός' von Griechisch nach Deutsch

αστικός {adj}
städtisch [urban]
Werbung
Anwendungsbeispiele Griechisch
  • Υπάρχει ένας αστικός μύθος ότι ο Ιωσήφ Στάλιν ήταν εξώγαμος γιος του Νικολάι Πρζεβάλσκι.
  • Ο αστικός λαχανόκηπος βρίσκεται στην οδό Bergiselstrasse, 79111 Freiburg.
  • Ο αστικός πληθυσμός της πόλης είναι 432.000 κάτοικοι, ο Ευρύτερος αστικός πληθυσμός φτάνει τους 477.000 κατοίκους.
  • Είναι αστικός δήμος (τέσαμπαν ναχόν) και καλύπτει πέντε υποεπαρχίες τις επαρχίας Μουάνγκ Νοντάμπουρι: τις Σουάν Γιάι, Ταλάτ Χουάν, Μπανγκ Χεν, Μπανγκ Κράσο και Τα Σάι.
  • Η Ένωση Σωματείων Αμειβόμενων Πετοσφαιριστών ιδρύθηκε το 2006 ως αστικός συνεταιρισμός περιορισμένης ευθύνης, από τα σωματεία που έλαβαν μέρος στο πρωτάθλημα της A1 Εθνικής Κατηγορίας την περίοδο 2006–07.

  • Ο αστικός πληθυσμός του πόλης το 2020 εκτιμάται στα 18.000 άτομα και στα 49.200 άτομα για την πόλη και τις γύρω κοινότητες.
  • Σύμφωνα με στοιχεία του 2006, το 76,6% του πληθυσμού ήταν αστικός και υπήρχαν 836.000 κατοικίες.
  • Ως Βενιζελισμός ορίζεται ένα ευρύ πολιτικό κίνημα, του οποίου σκοπός ήταν ο αστικός εκσυγχρονισμός της Ελλάδας κατά τα πρότυπα των δυτικών φιλελεύθερων δημοκρατιών, σε συνδυασμό με την εκπλήρωση του περιεχομένου της Μεγάλης Ιδέας.
  • Όλος ο πληθυσμός θεωρείται αστικός.
  • Η δημοτική κοινότητα είναι χαρακτηρισμένη ως αστικός ημιορεινός οικισμός, με έκταση 40,065 χμ² (2011).

  • Το 2009 ιδρύθηκε η Θεατρική Σκηνή Χιλιομοδίου, ένας αστικός μη κερδοσκοπικός σύλλογος, που ανεβάζει εξαιρετικές θεατρικές παρατάσεις, ελληνικού και ξένου ρεπερτορίου, συμβάλλοντας στην προώθηση της θεατρικής παιδείας των κατοίκων της ευρύτερης περιοχής.
  • Αναφέρεται ο συνολικός πληθυσμός, ο αστικός πληθυσμός και ο αγροτικός πληθυσμός.
  • Ο αστικός χαρακτήρας της Σιάτιστας την χαρακτηρίζει από πολύ παλιά ως πόλη.
  • Η δημοτική κοινότητα Αγριάς είναι χαρακτηρισμένη ως αστικός πεδινός οικισμός, με έκταση 3,752 χμ² (2011).
  • Η δημοτική κοινότητα Αμυνταίου είναι χαρακτηρισμένη ως αστικός ημιορεινός οικισμός, με έκταση 25,782 χμ² (2011).

  • Κάθε επαρχία διαιρείται περαιτέρω σε οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης (Municipalities of Estonia) οι οποίοι είναι δύο τύπων: ο αστικός, ή δήμος ("linn"), και ο αγροτικός, ή κοινότητα ("vald").
  • Η δημοτική κοινότητα Αδένδρου είναι χαρακτηρισμένη ως αστικός πεδινός οικισμός, με έκταση 37,167 χμ² (2011).
  • Η δημοτική κοινότητα Αυλώνος είναι χαρακτηρισμένη ως αστικός ημιορεινός οικισμός, με έκταση 107,811 χμ² (2011).
  • Η δημοτική κοινότητα Αλμυρού είναι χαρακτηρισμένη ως αστικός πεδινός οικισμός, με έκταση 210,036 χμ² (2011).
  • Η δημοτική κοινότητα Αγίας Παρασκευής είναι χαρακτηρισμένη ως αστικός πεδινός οικισμός, με έκταση 101,342 χμ² (2011).

    Werbung
    © dict.cc Greek-German dictionary 2026
    Enthält Übersetzungen von der TU Chemnitz sowie aus Mr Honey's Business Dictionary (nur Englisch/Deutsch).
    Links auf das Wörterbuch oder auch auf einzelne Übersetzungen sind immer herzlich willkommen!