Werbung
 Übersetzung für 'αφανής εταιρεία' von Griechisch nach Deutsch
οικον.
αφανής εταιρεία {η}
stille Gesellschaft {f}
Teiltreffer
εταιρεία {η}Firma {f}
2
εταιρεία {η}Gesellschaft {f}
3
οικον.
εμπορική εταιρεία {η}
Handelsgesellschaft {f}
οικον.
προσωπική εταιρεία {η}
Einzelunternehmen {n}
οικον.
ετερόρρυθμη εταιρεία {η}
Kommanditgesellschaft {f}
οικον.
οικοδομική εταιρεία {η}
Bauunternehmen {n}
οικον.
ομόρρυθμη εταιρεία {η}
offene Handelsgesellschaft {f}
οικον.
τραπεζική εταιρεία {η}
Geldinstitut {n}
φαρμακευτική εταιρεία {η}Pharmaunternehmen {n}
οικον.
ασφαλιστική εταιρεία {η}
Versicherungs­gesellschaft {f}
εφοπλιστική εταιρεία {η}Reederei {f}
οικον.
βιομηχανική εταιρεία {η}
Industrieunternehmen {n}
οικον.
θυγατρική εταιρεία {η}
Tochtergesellschaft {f}
οικον.
αδελφή εταιρεία {η}
Schwestergesellschaft {f}
οικον.
μητρική εταιρεία {η}
Muttergesellschaft {f}
αερο.οικον.
αεροπορική εταιρεία {η}
Fluggesellschaft {f}
οικον.
αλιευτική εταιρεία {η}
Fischereigesellschaft {f}
οικον.
ανώνυμη εταιρεία {η}
Aktiengesellschaft {f}
οικον.
μεγάλη βιομηχανική εταιρεία {η}
Industriekonzern {m}
οικον.
ανώνυμη ετερόρρυθμη εταιρεία {η}
Aktienkommanditgesellschaft {f}
21 Übersetzungen
Neue Wörterbuch-Abfrage: Einfach jetzt tippen!

Übersetzung für 'αφανής εταιρεία' von Griechisch nach Deutsch

αφανής εταιρεία {η}
stille Gesellschaft {f}οικον.

εταιρεία {η}
Firma {f}

Gesellschaft {f}
Werbung
εμπορική εταιρεία {η}
Handelsgesellschaft {f}οικον.
προσωπική εταιρεία {η}
Einzelunternehmen {n}οικον.
ετερόρρυθμη εταιρεία {η}
Kommanditgesellschaft {f}οικον.
οικοδομική εταιρεία {η}
Bauunternehmen {n}οικον.
ομόρρυθμη εταιρεία {η}
offene Handelsgesellschaft {f}οικον.
τραπεζική εταιρεία {η}
Geldinstitut {n}οικον.
φαρμακευτική εταιρεία {η}
Pharmaunternehmen {n}
ασφαλιστική εταιρεία {η}
Versicherungs­gesellschaft {f}οικον.
εφοπλιστική εταιρεία {η}
Reederei {f}
βιομηχανική εταιρεία {η}
Industrieunternehmen {n}οικον.
θυγατρική εταιρεία {η}
Tochtergesellschaft {f}οικον.
αδελφή εταιρεία {η}
Schwestergesellschaft {f}οικον.
μητρική εταιρεία {η}
Muttergesellschaft {f}οικον.
αεροπορική εταιρεία {η}
Fluggesellschaft {f}αερο.οικον.
αλιευτική εταιρεία {η}
Fischereigesellschaft {f}οικον.
ανώνυμη εταιρεία {η}
Aktiengesellschaft {f}οικον.
μεγάλη βιομηχανική εταιρεία {η}
Industriekonzern {m}οικον.
ανώνυμη ετερόρρυθμη εταιρεία {η}
Aktienkommanditgesellschaft {f}οικον.
Werbung
© dict.cc Greek-German dictionary 2024
Enthält Übersetzungen von der TU Chemnitz sowie aus Mr Honey's Business Dictionary (nur Englisch/Deutsch).
Links auf das Wörterbuch oder auch auf einzelne Übersetzungen sind immer herzlich willkommen!