Werbung
 Übersetzung für 'γενετική' von Griechisch nach Deutsch
γενετική {η}Genetik {f}
2 Wörter
βακτηριακή γενετική {η}Bakteriengenetik {f}
βιοχημική γενετική {η}biochemische Genetik {f}
γενετική {η} συμπεριφοράςVerhaltensgenetik {f}
βιολ.συντμ.
γενετική μηχανική {η}
Gentechnik {f}
ιατρ.
ιατρική γενετική {η}
medizinische Genetik {f}
κλινική γενετική {η}klinische Genetik {f}
μικροβιακή γενετική {η}Mikrobengenetik {f}
μικροβιακή γενετική {η}mikrobielle Genetik {f}
βιολ.
μοριακή γενετική {η}
Molekulargenetik {f}
πληθυσμιακή γενετική {η}Populationsgenetik {f}
3 Wörter
γενετική {η} του ανθρώπουHumangenetik {f}
12 Übersetzungen
Neue Wörterbuch-Abfrage: Einfach jetzt tippen!

Anwendungsbeispiele Griechisch
  • Οι τουνγκουζικές έχουν μεγαλύτερη διαφοροποίηση, χωρίς όμως να τίθεται εν αμφιβόλω η γενετική συγγένειά τους.
  • Χίμαιρα (γενετική)).
  • Ο πρωτοπαθής υποϋποφυσισμός μπορεί να συνδέεται με γενετική αιτία.
  • Η γενετική συμβουλευτική είναι η διαδικασία παροχής συμβουλών σε άτομα και οικογένειες που έχουν αποκτήσει ή έχουν υψηλή πιθανότητα απόκτησης παιδιού με γενετική διαταραχή για να τους βοηθήσει να κατανοήσουν και να προσαρμοστούν στις ιατρικές, ψυχολογικές και οικογενειακές απαιτήσεις της γενετικής ασθένειας.
  • Ενώ ο Γερμανός δερματολόγος Alfred Blaschko περιέγραψε τις γραμμές του Blaschko το 1901, η γενετική επιστήμη χρειάστηκε μέχρι τη δεκαετία του 1930 να προσεγγίσει ένα λεξιλόγιο για το φαινόμενο.

  • Από σύγχρονες μελέτες έχουν προκύψει αυξημένες ενδείξεις ότι οι Μον και οι Βιρμανοί μοιράζονται κάποια κοινή γενετική καταγωγή.
  • Προεμφυτευτική Γενετική Διάγνωση (PGD) είναι η μέθοδος με την οποία, κατά τη διάρκεια της εξωσωματικής γονιμοποίησης, ανιχνεύεται ο γενότυπος των εμβρύων, διαπιστώνεται δηλαδή αν το έμβρυο είναι παθολογικό ή φυσιολογικό για μία γενετική ασθένεια (όπως η μεσογειακή αναιμία και η κυστική ίνωση) πριν γίνει η μεταφορά στη μήτρα και ξεκινήσει η εγκυμοσύνη.
  • Παρόλο που το aHUS είναι κυρίως γενετική νόσος, το 30–50% των ασθενών δεν παρουσιάζουν κάποια αναγνωρίσιμη γενετική μετάλλαξη.
  • Στις σύγχρονες έρευνες, η γενετική παρέχει σημαντικά εργαλεία στην εξέταση των λειτουργιών ιδιαίτερων γονιδίων, π.χ.
  • Οι περισσότερες περιπτώσεις ατελούς οστεογένεσης προκαλούνται από μια επικρατούσα γενετική ατέλεια.

  • Σπούδασε γενετική στο Πανεπιστημιακό Κολέγιο Λονδίνου, αποκτώντας πτυχίο και διδακτορικό στη γενετική.
  • Η γενετική του συνδρόμου Κάλμαν και άλλων μορφών υπογοναδοτροφικού υπογοναδισμού είναι δεν είναι ακόμη σαφής, με αποτέλεσμα περίπου το 70% των περιπτώσεων να έχουν άγνωστη γενετική προέλευση.
  • Μια γενετική γραμματική, η οποία θα μπορούσε να ονομάζεται "γεννητική" ή "παραγωγική γραμματική", είναι ένα σύνολο κανόνων με το οποίο όλες οι συμβολοσειρές που μπορούν να υπάρξουν σε μια γλώσσα μπορούν να παραχθούν με διαδοχικά επιθέματα ξεκινώντας από ένα προκαθορισμένο "αρχικό σύμβολο δημιουργίας στοιχειοσειράς".
Werbung
© dict.cc Greek-German dictionary 2024
Enthält Übersetzungen von der TU Chemnitz sowie aus Mr Honey's Business Dictionary (nur Englisch/Deutsch).
Links auf das Wörterbuch oder auch auf einzelne Übersetzungen sind immer herzlich willkommen!