Werbung
 Übersetzung für 'γενναιόδωρος' von Griechisch nach Deutsch
γενναιόδωρος {adj}freigiebig
γενναιόδωρος {adj}großzügig
2 Übersetzungen
Neue Wörterbuch-Abfrage: Einfach jetzt tippen!

Übersetzung für 'γενναιόδωρος' von Griechisch nach Deutsch

γενναιόδωρος {adj}
freigiebig

großzügig
Werbung
Anwendungsbeispiele Griechisch
  • Είναι εξαιρετικά γενναιόδωρος με τη φίλη του, αντλώντας από αυτό ένα περίεργο αίσθημα κυριαρχίας.
  • Το 1081 ο πάπας Γρηγόριος Ζ΄ έγραψε στην Αδελαΐδα, προτρέποντάς της να ενθαρρύνει τον σύζυγό της να υποστηρίζει τα μοναστήρια και να είναι γενναιόδωρος στους πένητες και τους ενδεείς.
  • Ο Ιμπραήμ ήταν ένας ελαστικός, γενναιόδωρος, μετριοπαθής, προνοητικός, υποστηρικτής της καινοτομίας και ένας άνθρωπος με μεγαλείο.
  • Ο χρονικογράφος του Γουίγκμορ αν και κατηγορεί τον Ρότζερ για αμέλεια στα θρησκευτικά του καθήκοντα τον περιγράφει "ευγενής στην συμπεριφορά, δραστήριος στην ιππασία, ευχάριστος στην παρέα και τις συζητήσεις, ωραίος στην εμφάνιση, δραστήριος στα πανηγύρια και γενναιόδωρος στα δώρα".
  • Είναι ευγενής, γλυκός και γενναιόδωρος, είναι επίσης πολύ υπάκουος και ακολουθεί τα υπόλοιπα παιδία χωρίς παράπονα.

  • Ο Τζορντάνο ήταν ιδιαίτερα γενναιόδωρος και βοηθούσε τους φτωχούς καλλιτέχνες.
  • Ο καρδινάλιος ήταν γενναιόδωρος προστάτης λογίων, όπως του ποιητή Τορκουάτο Τάσσο, που τον είχε φιλοξενήσει στη Γαλλία και επιστημόνων, όπως του Ναπολιτάνου πολυμαθούς Τζαμπατίστα ντελα Πόρτα, τον οποίο προσκάλεσε μαζί του στη Ρώμη.
  • Ο Αρχιεπίσκοπος Αδαλβέρτος χαρακτηρίστηκε από τον Αδάμ της Βρέμης ως γενναιόδωρος, συνετός, γεμάτος ζήλο και υπερηφάνεια.
  • (712-744) «ήταν ένας ζηλωτής καθολικός, γενναιόδωρος και μεγάλος ιδρυτής μοναστηριών Ετσι καθιερώθηκε ένα νέο εθνοτικό σύνορο που διατηρείται για πάνω από 1200 χρόνια μέχρι σήμερα.
  • Ο βασιλιάς Δον Σεμπάστιαν ήταν παρ' όλα αυτά γενναιόδωρος στις ανταμοιβές του.

  • Υπήρξε επίσης γενναιόδωρος τόσο απέναντι στους υπηκόους του, όσο και απέναντι σε πολλές πόλεις εκτός των συνόρων της Παλαιστίνης .
  • Ήταν πολύ γενναιόδωρος και βοηθούσε τους φτωχούς της πόλης, αλλά συνέδραμε και σε κοινωφελή έργα.
  • Στην Αθήνα ο Τοσίτσας έγινε ακόμα πιο γενναιόδωρος.
  • Ο Αρθακανούτος ήταν γενναιόδωρος με την εκκλησία, τα Χρονικά του Ράμσει τον 12ο αιώνα μιλούν εκτενώς για τη γενναιοδωρία του και για τη μεγάλη του προσφορά στο αβαείο του Ράμσει.
  • Όμως μία πιο περιφραστική και ακριβής μετάφραση είναι «ο Γιαχβέ (δηλαδή ο Θεός) υπήρξε γενναιόδωρος» [...] ή αλλιώς "«ο Ιεχωβά είναι γενναιόδωρος» (αρ.

    Werbung
    © dict.cc Greek-German dictionary 2024
    Enthält Übersetzungen von der TU Chemnitz sowie aus Mr Honey's Business Dictionary (nur Englisch/Deutsch).
    Links auf das Wörterbuch oder auch auf einzelne Übersetzungen sind immer herzlich willkommen!