Werbung
 Übersetzung für 'δίκτυο' von Griechisch nach Deutsch
δίκτυο {το}Netz {n}
δίκτυο {το}Netzwerk {n}
δίκτυο {το} μεταφορώνBeförderungs­netz {n}
3 Übersetzungen
Neue Wörterbuch-Abfrage: Einfach jetzt tippen!

Anwendungsbeispiele Griechisch
  • Το δίκτυο του Μετρό έχει γραμμές μήκους 226,9 χλμ.
  • Το "παραγωγικό" δίκτυο δημιουργεί υποψηφίους ενώ το "διαχωριστικό" δίκτυο τους αξιολογεί.
  • Ανήκει επίσης στις περιοχές Natura 2000 «Υδρογραφικό δίκτυο τρίτων υδάτων του Μιντούζ» και «Υδρογραφικό δίκτυο Μιντού και Λυντόν».
  • Η Τουρκία διαθέτει σιδηροδρομικό δίκτυο με σημαντικότερη γραμμή τη γραμμή από Κεντρική Ευρώπη - Κωνσταντινούπολη - Δορύλαιο - Άγκυρα - Άδανα - Βαγδάτη και δεύτερη γραμμή προς την Άγκυρα - Θεοδοσιούπολη - Τιφλίδα.
  • Εστιάζοντας σε μεγάλα αστικά κέντρα, ανέπτυξε ένα δίκτυο δεύτερης γενιάς για την κινητή τηλεφωνία, ένα ευρυζωνικό σταθερό δίκτυο ασύρματης πρόσβασης που λειτουργούσε στη ζώνη των 3,5 GHz, μια εθνική μισθωμένη γραμμή και ένα ιδιωτικό δίκτυο μεταφοράς.

  • Το οδικό δίκτυο είναι ανεπτυγμένο και καλύπτει 14.008 χλμ.
  • Στο Μάνεσι έχουν αναπτυχθεί πλήρως, εκτός από το τηλεφωνικό, ηλεκτρικό, υδρευτικό δίκτυο, και ευρυζωνικό δίκτυο, με αποτέλεσμα οι κάτοικοι να έχουν πρόσβαση σε υψηλές ταχύτητες internet.
  • Ένα δίκτυο υπολογιστών peer-to-peer (ή P2P, "ελληνικά:" ομότιμο δίκτυο) είναι ένα δίκτυο που επιτρέπει σε δύο ή περισσότερους υπολογιστές να μοιράζονται τους πόρους τους ισοδύναμα.
  • Aσύρματο δίκτυο ονομάζεται το τηλεπικοινωνιακό δίκτυο, τηλεφωνικό ή δίκτυο υπολογιστών, το οποίο χρησιμοποιεί τα ραδιοκύματα σαν φορείς πληροφορίας.
  • Ένα εικονικό ιδιωτικό δίκτυο (συνήθως αναφέρεται σαν VPN, virtual private network) είναι ένα δίκτυο που χρησιμοποιεί κατά κύριο λόγο δημόσια τηλεπικοινωνιακή υποδομή, όπως το Διαδίκτυο, και δίνει τη δυνατότητα σε απομακρυσμένα γραφεία ή σε χρήστες που ταξιδεύουν να έχουν πρόσβαση σε ένα κεντρικό οργανωτικό δίκτυο.

  • , το οποίο κάνοντας χρήση νέων τεχνολογιών ασύρματης δικτύωσης WiFi, συνδέει ανθρώπους και υπηρεσίες σε ένα ενιαίο δίκτυο.
  • Τα συνδεδεμένα στο δίκτυο συστήματα μπορούν να υποδιαιρεθούν σ’ εκείνα στα οποία το δίκτυο ενεργεί απλώς ως μια βοηθητική τροφοδοσία (εφεδρικό δίκτυο) και εκείνα τα οποία ίσως λάβουν επίσης πρόσθετη ισχύ από τη Φ.Β.
  • Ένα μητροπολιτικό δίκτυο (metropolitan area network ή MAN) είναι ένα δίκτυο υπολογιστών που συνήθως καλύπτει μια πόλη ή μια πανεπιστημιούπολη.
  • Ένα δίκτυο ρής δεδομένων είναι ένα δίκτυο από διεργασίες που εκτελούνται ταυτόχρονα ή από αυτόματα που μπορούν να επικοινωνούν στέλνοντας δεδομένα μέσω "καναλιών" ("channels"), για περισσότερες πληροφορίες δείτε πέρασμα μηνυμάτων.
  • Στο ενδοπλασματικό δίκτυο διακρίνουμε δύο είδη, ανάλογα με την οπτική του εμφάνιση στο μικροσκόπιο: Το λείο (ή ακοκκιώδες) ενδοπλασματικό δίκτυο και το αδρό (ή κοκκιώδες) ενδοπλασματικό δίκτυο.

  • Η περιοχή της Μαλακοπής υδροδοτούνταν από περιφερειακό δίκτυο υδροδότησης μέχρι τα τέλη Ιανουαρίου 2008, οπότε και συνδέθηκε απευθείας με το ενιαίο δίκτυο της Ε.Υ.Α.Θ..
Werbung
© dict.cc Greek-German dictionary 2026
Enthält Übersetzungen von der TU Chemnitz sowie aus Mr Honey's Business Dictionary (nur Englisch/Deutsch).
Links auf das Wörterbuch oder auch auf einzelne Übersetzungen sind immer herzlich willkommen!