Werbung
 Übersetzung für 'δουλεύω' von Griechisch nach Deutsch
δουλεύω {verb}arbeiten
15
δουλεύω με σύστημαmit System arbeiten
δουλεύω με σύστημαsystematisch arbeiten
3 Übersetzungen
Neue Wörterbuch-Abfrage: Einfach jetzt tippen!

Anwendungsbeispiele Griechisch
  • Τον Ιούλιο του 2006 η Κίρα δήλωσε ότι έχει γίνει εργασιομανής και αναφέρει "τα τελευταία 5 χρόνια έχουν γίνει ένα, δεν μπορώ να ξεχωρίσω την περσινή χρονιά ούτε την χρονιά πριν από αυτή" καθώς και "αν συνεχίσω να δουλεύω με αυτό το ρυθμό θα αρχίσω να μισώ αυτό που αγαπάω πιο πολύ να κάνω".
  • Με τα δικά της λόγια: «Μερικές φορές δεν κάνω πράγματα που οι άνθρωποι με τους οποίους δουλεύω κάνουν - όπως το να ξοδεύουν χρόνο με τις οικογένειές τους και να ζουν μια φυσιολογική ζωή.
Werbung
© dict.cc Greek-German dictionary 2024
Enthält Übersetzungen von der TU Chemnitz sowie aus Mr Honey's Business Dictionary (nur Englisch/Deutsch).
Links auf das Wörterbuch oder auch auf einzelne Übersetzungen sind immer herzlich willkommen!