Werbung
 Übersetzung für 'δυσάρεστο' von Griechisch nach Deutsch
Μού είναι πολύ δυσάρεστο.Es ist mir sehr unangenehm.
1 Übersetzung
Neue Wörterbuch-Abfrage: Einfach jetzt tippen!

Anwendungsbeispiele Griechisch
  • Η κριτική συναίνεση του ιστότοπου αναφέρει: "Η τεχνική δεξιοτεχνία του Μάρτιν Σκορσέζε και η μαγνητική παρουσία της Λάιζα Μινέλι εμφανίζονται πλήρως στο «New York, New York», αν και ο συνδυασμός αυτού του φιλόδοξου μιούζικαλ από το τρελό στυλ και τον σκληροτράχηλο ρεαλισμό δημιουργεί ένα δυσάρεστο μείγμα".
  • Σε μια συνέντευξη που έδωσε το 1964 στον Ότο Χαν, ο Ντυσάν πρότεινε ότι επέλεξε σκόπιμα ένα ουρητήριο επειδή ήταν δυσάρεστο.
  • Για να απαλλαγείτε από ένα δυσάρεστο συναίσθημα, το πρώτο βήμα είναι να επικοινωνήσετε με έναν ψυχολόγο.
  • Η ντροπή, όνειδος, είναι δυσάρεστο συναίσθημα που συνήθως σχετίζεται με την ηττοπάθεια και συναισθήματα στενοχώριας και αδυναμίας.
  • Ενώ βρισκόταν στη Νέα Υόρκη, ο Μπέικερ διάβασε το μυθιστόρημα "The Cruel Sea" του Νίκολας Μονσάρατ, όπου και έδειξε ενδιαφέρον να υποδύθει τον δυσάρεστο και κάπως δειλό Μπένετ.

  • Μερικά επεισόδια περιέχουν μια "σειρά μέσα στη σειρά" με τίτλο "Gay as Blazes", ένα δυσάρεστο, βαρετό, με κακή υποκριτική και υπερβολικά πολιτικά ορθό δράμα με το οποίο ο Μπράιαν συνεχώς διαφωνεί και το οποίο τελικά κόπηκε.
  • Διάφοροι ιστότοποι στο Διαδίκτυο περιέχουν υλικό που κάποιοι θεωρούν προσβλητικό, δυσάρεστο ή ρητό, το οποίο συχνά δεν μπορεί να είναι από τις προτιμήσεις του χρήστη.
  • Σε πάρα πολλές από τις ακτές μας, η μικροβιακή μόλυνση και η ρύπανσή τους (πετρέλαια, πίσσες, σκουπίδια) κάνουν επικίνδυνο ή αηδιαστικό και δυσάρεστο το κολύμπι.
  • Πολλοί ενήλικες εμφανίζουν αυτό το δυσάρεστο συναίσθημα τουλάχιστον μία φορά τον μήνα.
  • Η δυναστεία των Αψβούργων - Λοθαριγγίας (Habsburg-Lothringen) που είχε την επικυριαρχία στην περιοχή δημιούργησε, λόγω της μεταρρύθμισης των λατιφουντίων ένα δυσάρεστο κλίμα ανάμεσα στους κατοίκους.

  • Έχει τις ακόλουθες ιδιότητες: άγριο στην υφή και δυσάρεστο στην επαφή με το δέρμα, ελαφρύ, ανθεκτικό τόσο στη χρήση, όσο και σε σχετικά υψηλή θερμοκρασία.
  • Ο Νασιάκος συμπεριλαμβάνεται στους πιο επιτυχημένους Αρχηγούς του Σώματος: επί των ημερών του εξαρθρώθηκαν η τρομοκρατική «Επαναστατική» Οργάνωση 17 Νοέμβρη και ο Επαναστατικός Λαϊκός Αγώνας (ΕΛΑ), τα μέτρα ασφάλειας των Ολυμπιακών Αγώνων λειτούργησαν αποτελεσματικά χωρίς κανένα δυσάρεστο περιστατικό και έγινε στροφή στην αντιμετώπιση της καθημερινής εγκληματικότητας με το θεσμό του αστυνομικού της γειτονιάς.
  • Στα χρονικά των αλιέων του χωριού αναφέρεται και ένα δυσάρεστο γεγονός, την 25 Νοεμβρίου του 1903 ανήμερα της εορτής της Αγίας Αικατερίνης, όταν πέντε ψαράδες που ψάρευαν με τη βάρκα τους βρέθηκαν σε απότομο άνεμο και τρεις πνίγηκαν στα νερά της λίμνης Ξυνιάδος.
  • Το δυσάρεστο μέσα στα ευχάριστα για τον σύλλογο ήταν ο θάνατος του Μαρσέλ Σαουπίν την 10η Ιουνίου, ο οποίος δεν κατάφερε να δει το δημιούργημα του να αγωνίζεται στη μεγαλύτερη κατηγορία της χώρας.
  • Τα πλαστικά υλικά είναι πολύ ανθεκτικά στη διάβρωση και συχνά ευρισκόμενα ανεξέλεγκτα στο φυσικό περιβάλλον προκαλούν αντιαισθητικό και δυσάρεστο αποτέλεσμα.

  • Το δυσάρεστο κλίμα που είχε διαμορφωθεί, είχε ως αποτέλεσμα η Νέα Δημοκρατία να χάσει από το ΣΥ.ΡΙΖ.Α.
  • Τους θυμίζουν το δυσάρεστο γεγονός, που έχει σχέση με το σκίσιμο της εικόνας της Παναγίας από τον καιρό της τουρκοκρατίας.
  • Ήταν δυσάρεστο και ο Ίππαρχος το είδε την παραμονή της δολοφονίας του και είχε προσπαθήσει να το ερμηνεύσει.
  • Σήμερα σημαίνει το επίσημο έγγραφο, ιδίως διαταγή, συνήθως με δυσάρεστο οικονομικό περιεχόμενο: Γνωστή η φράση: [...].
Werbung
© dict.cc Greek-German dictionary 2024
Enthält Übersetzungen von der TU Chemnitz sowie aus Mr Honey's Business Dictionary (nur Englisch/Deutsch).
Links auf das Wörterbuch oder auch auf einzelne Übersetzungen sind immer herzlich willkommen!