Werbung
 Übersetzung für 'δυσλεξία' von Griechisch nach Deutsch
ιατρ.
δυσλεξία {η}
Legasthenie {f}
1 Übersetzung
Neue Wörterbuch-Abfrage: Einfach jetzt tippen!

Übersetzung für 'δυσλεξία' von Griechisch nach Deutsch

δυσλεξία {η}
Legasthenie {f}ιατρ.
Werbung
Anwendungsbeispiele Griechisch
  • Ο Παφίτης φοίτησε στο Ambler Primary School στο Islington και στο Woodberry Down Comprehensive School στο Manor House, όπου είχε πρόβλημα με την δυσλεξία, αλλά ξεκίνησε τις επιχειρηματικές του δραστηριότητες με τη λειτουργία ενός μαγαζιού του σχολείου του σε ηλικία 15 ετών.
  • Έτσι, υπάρχει υψηλότερος κίνδυνος των νευρο-συμπεριφοριστικών διαταραχών, όπως η διαταραχή ελλειμματικής προσοχής/υπερκινητικότητας ή ADHD, μαθησιακών διαταραχών (δυσλεξία) και μη προοδευτικών αδυναμιών σε συγκεκριμένες γνωστικές δεξιότητες (ιδίως βραχυπρόθεσμης μνήμης), που πιστεύεται ότι είναι αποτέλεσμα απουσίας ή δυσλειτουργικής δυστροφίνης στον εγκέφαλο.
  • Ειδική μέριμνα λαμβάνεται για την προφορική εξέταση φοιτητών με αποδεδειγμένη πριν από την εισαγωγή τους στο ίδρυμα δυσλεξία, σύμφωνα με διαδικασία που ορίζεται στον εσωτερικό κανονισμό του ιδρύματος.
  • Ο Νιούσομ έχει αποκαλύψει ότι από μικρός έχει διαγνωστεί με βαριά δυσλεξία.
  • Εκτός από την καριέρα του στην υποκριτική, ο Χόλλαντ είναι αφοσιωμένος στη φιλανθρωπία, συγκεντρώνοντας χρήματα για να βοηθήσει φτωχούς ανθρώπους στο Ηνωμένο Βασίλειο, ειδικά οικογένειες με παιδιά που πάσχουν από παθήσεις όπως η δυσλεξία και ασθένειες όπως ο καρκίνος.

  • Ο Ντέμπσι διαγνώστηκε με δυσλεξία στην ηλικία των 11 ετών.
  • Από την παιδική της ηλικία είχε πρόβλημα με τα νεύρα και την δυσλεξία, πράγμα που δημιουργούσε πρόβλημα προσωπικότητας και ανασφάλειας, αλλά σύντομα διακρίθηκε στα καλλιτεχνικά δρώμενα.
  • Επίσης, έχει πει ότι στην πρώτη δημοτικού διαγνώστηκε με δυσλεξία, πράγμα που την έκανε να ακολουθήσει home schooling λόγω του bullying που δεχόταν.
  • Κατηγόρησε, εξάλλου, τον Χάμπερμας για "ακαδημαϊκή δυσλεξία" στις επιθέσεις του ενάντια στον Νόλτε.
  • Η Σόλμπεργκ είχε προβλήματα στο σχολείο και στην ηλικία των 16 ετών διαγνώστηκε ότι πάσχει από δυσλεξία.

  • Πρόκειται για ένα πολυσυλλεκτικό όρο που μπορεί να αναφέρεται σε πολύ διαφορετικές συνθήκες, όπως: δυσκολίες αντίληψης, εγκεφαλικές δυσλειτουργίες, αυτισμό, δυσλεξία, αναπτυξιακή αφασία κ.α.
  • Σε μικρή ηλικία είχε πέσει θύμα σκληρού σεξουαλικού μπούλινγκ από τους συμμαθητές του και είναι γνωστό ότι αντιμετώπιζε την δυσλεξία.
  • Η παγκόσμια ομοσπονδία της νευρολογίας καθορίζει τη δυσλεξία ως "διαταραχή που φανερώνεται από τις δυσκολίες στην εκμάθηση του διαβάσματος, παρά την επαρκή νοημοσύνη και τις κοινωνικές και πολιτιστικές ευκαιρίες του ατόμου".
  • Ο Γκεσσμανν συνέγραψε τη διδακτορική του εργασία το 1976 με θέμα σχετικά με τους παράγοντες που προκαλούν τη δυσλεξία και ίδρυσε ο ίδιος την ίδια χρονιά το πρώτο από αυτόν ιδρυόμενο ανθρώπινο ψυχόδραμα, σε συνδυασμό με την ύπνωση για τη θεραπεία της σεξουαλικής δυσλειτουργίας, το οποίο τον οδήγησε στο ψυχόδραμα της ψυχοθεραπείας του παιδιού.
  • Στην τέταρτη τάξη, διαγνώστηκε δυσλεξία και ο Κίνκελ τοποθετήθηκε σε ειδική τάξη.

  • ... Περσέα) είναι ένα δωδεκάχρονο αγόρι από τη Νέα Υόρκη, με δυσλεξία και σύνδρομο διάσπασης της προσοχής.
  • ... χ. δυσλεξία) και να το βοηθήσουν είτε να ξεπεράσει το πρόβλημα πλήρως, είτε – αν αυτό δεν είναι δυνατό- να μπορέσει να μειώσει στο ελάχιστον τις δυσκολίες που προκαλεί στην μάθηση του παιδιού.
  • Στην ίδια ηλικία βρέθηκε ότι πάσχει από δυσλεξία.
  • Η Σίλβια έχει φέρει στο δημόσιο ενδιαφέρον και το θέμα της δυσλεξίας.
Werbung
© dict.cc Greek-German dictionary 2024
Enthält Übersetzungen von der TU Chemnitz sowie aus Mr Honey's Business Dictionary (nur Englisch/Deutsch).
Links auf das Wörterbuch oder auch auf einzelne Übersetzungen sind immer herzlich willkommen!