Werbung
 Übersetzung für 'δυσπιστία' von Griechisch nach Deutsch
δυσπιστία {η}Misstrauen {n}
1 Übersetzung
Neue Wörterbuch-Abfrage: Einfach jetzt tippen!

Übersetzung für 'δυσπιστία' von Griechisch nach Deutsch

δυσπιστία {η}
Misstrauen {n}
Werbung
Anwendungsbeispiele Griechisch
  • Η δίκη του έχει αποδοθεί στην αυξανόμενη δυσπιστία προς τον Τιβέριο και τις μηχανορραφίες του Σηιανού.
  • Από τα τέλη του Ψυχρού Πολέμου, η Ρωσία έχει ηγηθεί εκστρατειών παραπληροφόρησης για να αυξήσει τη δυσπιστία στις αρχές δημόσιας υγείας και να πει ότι η πανδημία του AIDS, η πανδημία της γρίπης των χοίρων το 2009, τα κρούσματα του Έμπολα και η πανδημία COVID-19 ήταν βιολογικά όπλα αμερικανικής κατασκευής.
  • Η παράνοια είναι διαταραχή του περιεχομένου της σκέψεως που χαρακτηρίζεται από την παρουσία παραληρηματικών ιδεών και γενικευμένη δυσπιστία προς τους άλλους.
  • Αλλά αυτή τη φορά, όταν το όνομα του αντιπάλου του ήχησε στα μεγάφωνα της αρένας, δεν μπορούσε παρά να ξύσει το κεφάλι του με δυσπιστία.
  • Οι διακρίσεις που αντιμετωπίζουν τα μη-δυαδικά άτομα περιλαμβάνουν κυρίως την περιφρόνηση, την δυσπιστία, τις σύντομες αλληλεπιδράσεις και την ασέβεια.

  • Στις αρχές Νοεμβρίου του 2019, η βουλευτής της Νέας Ζηλανδίας Chlöe Swarbrick, ενώ μιλούσε υπέρ ενός νομοσχεδίου για την κλιματική αλλαγή στο Κοινοβούλιο, ανταποκρίθηκε με τη φράση "OK Boomer" όταν ένα παλαιότερο μέλος του κοινοβουλίου εξέφρασε τη δυσπιστία του σχετικά με τον ισχυρισμό ότι ο μέσος όρος ηλικίας του κοινοβουλίου ήταν 49 χρονών.
  • Ωστόσο, η αμοιβαία τους εχθρότητα και δυσπιστία - καθώς και οι πολιτικές πλοκές των μητέρων τους - απειλούν να αποκόψουν τόσο τον γάμο όσο και το βασίλειο.
  • Η ναρκισσιστική δομή της προσωπικότητάς του από την άλλη, δημιουργεί ένα πλήθος άλλων χαρακτηριστικών όπως το έντονο άγχος, την κοινωνική ανωριμότητα, τη δυσπιστία και τον ατομικισμό.
  • Παρά την υποστήριξη του κινήματος για τον Ρωμαιοκαθολικισμό ως θρησκεία του κράτους και το γεγονός ότι η συντριπτική πλειονότητα των μελών του ήταν καθολικοί (πράγματι, περιλάμβαναν σημαντικό αριθμό κληρικών), ορισμένοι Καθολικοί είδαν το κίνημα με δυσπιστία.
  • Κατά καιρούς η ετερόκλιτη αυτή συνεργασία, οδηγούσε και σε εκατέρωθεν δυσπιστία.

  • Η έλλειψη επαφής με την πραγματικότητα και η δυσπιστία τον έκαναν να κυβερνά με τρομοκρατία ενώ ταυτόχρονα η διαφθορά έφθανε στα ύψη με τον αρχηγό των Πραιτωριανών Κλέανδρο να πουλάει δημόσια αξιώματα.
  • Αποδίδονταν ομαδικά και ρυθμικά και εξέφραζε έπαινο, συγκατάβαση, ευθυμία, ή αντίδραση, αποδοκιμασία ή δυσπιστία.
  • Αυτό είχε ως συνέπεια μεταξύ αυτών των δύο βασικών κατηγοριών να αναπτυχθούν η καχυποψία, η δυσπιστία ακόμα και ζηλοφθονία που συνδυαζόμενα με προσωπικές φιλοδοξίες, ανάληψης διοίκησης ήταν επόμενο να προκληθούν αντιπάθειες ακόμα και αντιπαλότητες που υποκρύπτονταν πίσω από πολιτικούς χαρακτηρισμούς δημιουργώντας έντονα προβλήματα στρατιωτικής πειθαρχίας και συνοχής.
  • Ωστόσο, υπάρχουν ορισμένοι που εκφράζουν δυσπιστία για τη δυνατότητα επιτήρησης της εφαρμογής των κανόνων από ένα τόσο μεγάλο αριθμό χρηστών, ενώ η διαφοροποίηση των κανόνων του Κώδικα δεοντολογικής συμπεριφοράς στο Διαδίκτυο από κοινότητα σε κοινότητα αποτελεί ένα ακόμα σημείο προβληματισμού.
  • Το άτομο με ινομυαλγία αντιμετωπίζεται με δυσπιστία και σκεπτικισμό και/ή θεωρείται ως τεμπέλης και υπερβολικός από το περιβάλλον του και ενίοτε από επαγγελματίες της υγείας, γεγονός το οποίο προσθέτει επιπλέον ψυχολογικό και σωματικό πόνο.

  • Ωστόσο, υποστηρίζεται ότι σημειώθηκαν σφαγές αμάχων που προκάλεσαν τη δυσπιστία του ντόπιου πληθυσμού.
  • Οι Δυτικοί συγγραφείς (ο Γίββων ιδιαίτερα, ο Σλόσσερ πιο συγκρατημένα και ο Χεργκενρέτερ) είχαν και για την Εικονομαχία την δυσπιστία που τους διέκρινε για όλες τις φάσεις της ιστορίας του Ανατολικού κράτους, αποκλίνοντας μάλλον υπέρ των εικονόφιλων.
Werbung
© dict.cc Greek-German dictionary 2024
Enthält Übersetzungen von der TU Chemnitz sowie aus Mr Honey's Business Dictionary (nur Englisch/Deutsch).
Links auf das Wörterbuch oder auch auf einzelne Übersetzungen sind immer herzlich willkommen!