Werbung
 Übersetzung für 'δυστυχισμένος' von Griechisch nach Deutsch
δυστυχισμένος {adj}unglücklich
3
1 Übersetzung
Neue Wörterbuch-Abfrage: Einfach jetzt tippen!

Übersetzung für 'δυστυχισμένος' von Griechisch nach Deutsch

δυστυχισμένος {adj}
unglücklich
Werbung
Anwendungsbeispiele Griechisch
  • Ο Γκαντάρτε είναι ερωτευμένος με την Ερισένα και είναι δυστυχισμένος που τη βρίσκει να επαινεί τον Αλέξανδρο για τα καλά που έχει.
  • Ο βοσκός Mιρτίλιο είναι δυστυχισμένος λόγω της μεγάλης του αγάπης για την νεαρή Αμαρίλι, η οποία πρόκειται σύντομα να παντρευτεί τον κυνηγό Σίλβιο για να κατευνάσει την οργή τη θεάς Ντιάνα.
  • Ο γάμος ήταν εντελώς δυστυχισμένος: ο Μάρκο Γ΄ είχε ζηλότυπο και βίαιο χαρακτήρα και ταυτόχρονα παραμελούσε τα συζυγικά του καθήκοντα, κάτι που ταίριαζε αρκετά στη γυναίκα του.
  • Η μητέρα του η Ντάρια ήταν "όμορφη, ικανή και έξυπνη", αν και ο γάμος τους αποδείχθηκε τελικά δυστυχισμένος.
  • Ο γάμος ήταν δυστυχισμένος λόγω της ομοφυλοφιλίας του συζύγου της και χώρισαν το 1925.

  • Ο γάμος του Γεωργίου και της Σοφίας Δωροθέας ήταν δυστυχισμένος.
  • Ο γάμος ήταν αναγκαστικά τοποθετημένος κατά τις επιθυμίες και των δύο μερών και δυστυχισμένος ο Μελέκ κατηγόρησε το Μεγάλο Βεζιρη Κιοπρουλή Μαχμούτ Πασά ότι το κανόνισε για να τον τιμωρήσει.
  • Κατόπιν υπάρχει μία αναδρομή στο παρελθόν: Το 1927, ο νεαρός Τούρινγκ είναι δυστυχισμένος και καθόλου δημοφιλής στο οικοτροφείο.
  • Τον Σεπτέμβρη του 1922 παντρεύεται τον Ρεντ Απσooυ, έναν μάλλον αποτυχημένο νεαρό αλκοολικό και ο δυστυχισμένος γάμος της θα λήξει δυο μήνες αργότερα, ενώ το διαζύγιο θα βγει επίσημα το 1924.
  • Ο Πιπ επισκέπτεται την κα Χάβισαμ και της δηλώνει ότι είναι "τόσο δυστυχισμένος όσο εκείνη τον ήθελε να είναι."

  • Ως επακόλουθο της ασταθούς και εκκεντρικής ιδιοσυγκρασίας της Δούκισσας, ο γάμος είναι δυστυχισμένος.
  • Την κατηγορεί ότι έχει κάνει μάγια στον Νεοπτόλεμο και ότι αυτός είναι ο λόγος που ο γάμος τους είναι τόσο δυστυχισμένος και δεν αποκτά παιδιά.
  • Πέθανε δυστυχισμένος, πάμφτωχος και άστεγος σε ένα ξενοδοχείο της Αθήνας που τρεφόταν από τα απομεινάρια.
  • Είναι μια συνήθης και πλέον ατυχής πλευρά της ανθρώπινης φύσης, διότι δεν είναι μόνο αυτός που ζηλεύει δυστυχισμένος, αλλά επιθυμεί να προκαλέσει δυστυχία και στους γύρω του.
  • Ο γάμος, παρά το ότι του έφερε τέσσερα παιδιά, ήταν δυστυχισμένος.

  • Ο γάμος τους ήταν δυστυχισμένος και η Λουίζα Ελισάβετ πέθανε το 1759 σε ηλικία 32 ετών από ευλογιά.
Werbung
© dict.cc Greek-German dictionary 2024
Enthält Übersetzungen von der TU Chemnitz sowie aus Mr Honey's Business Dictionary (nur Englisch/Deutsch).
Links auf das Wörterbuch oder auch auf einzelne Übersetzungen sind immer herzlich willkommen!