Werbung
 Übersetzung für 'δωροδοκία' von Griechisch nach Deutsch
νομ.
δωροδοκία {η} εκλογέα
Wählerbestechung {f}
1 Übersetzung
Neue Wörterbuch-Abfrage: Einfach jetzt tippen!

Übersetzung für 'δωροδοκία' von Griechisch nach Deutsch

δωροδοκία {η} εκλογέα
Wählerbestechung {f}νομ.
Werbung
Anwendungsbeispiele Griechisch
  • Συνήθως αναφέρονται τα μνημονευόμενα στη σαρία όπως ο τοκογλυφία, η αθέτηση της εμπιστοσύνης, η δωροδοκία και ότι άλλο θα μπορούσε να καθορισθεί από τον εκάστοτε δικαστή.
  • Η δωροδοκία είναι ένα παράνομο ή ανήθικο δώρο και αποτελεί προσπάθεια πίεσης που παρέχεται από ένα άτομο ή ένα φορέα για να επηρεάσει τη συμπεριφορά του παραλήπτη υπέρ του συμφέροντος αυτού που καταβάλλει την δωροδοκία.
  • Ερευνήθηκε για διάφορες κατηγορίες εγκληματικότητας και διαφθοράς, όπως παράνομη διακίνηση όπλων (καταδικάστηκε σε επτά χρόνια φυλάκιση), υπεξαίρεση δημοσίου χρήματος (καταδικάστηκε σε τεσσεράμισι χρόνια φυλάκιση), εκβιασμός και δωροδοκία (και στις δύο κηρύχθηκε αθώος).
  • Η αστυνομία ισχυρίστηκε ότι ο Σαρόν είχε λάβει δωροδοκία 3 εκατομμυρίων δολαρίων και ο Λίμπερμαν εξακολουθεί να βρίσκεται υπό έρευνα για φερόμενη δωροδοκία από τον Σλαφ.
  • Άνθρωπος σκληρός και δίχως οποιονδήποτε ενδοιασμό, ο Τίσα κυριάρχησε στην πολιτική ζωή της Ουγγαρίας κατά τη διάρκεια της σταδιοδρομίας του, χρησιμοποιώντας, σε σημαντικό βαθμό, ως μέθοδο την εκλογική δωροδοκία, η οποία και του επέτρεπε την επίτευξη των στόχων του.

  • Αφορούσε τη δωροδοκία δύο υπουργών της κυβέρνησης Δημητρίου Βούλγαρη από τέσσερις υποψήφιους μητροπολίτες.
  • Το Ενωμένο Κόμμα του Λαού επέκρινε την κυβέρνηση για την έκδοση εισιτηρίων για λαχειοφόρο αγορά που κληρώθηκαν την ίδια μέρα με τη διεξαγωγή του δημοψηφίσματος, κάνοντας λόγο για δωροδοκία.
  • Ειδικότερα, η Μισέλ Μούσκατ κατηγορήθηκε ότι άνοιξε λογαριασμό στον Παναμά προκειμένου να φυλάει εκεί χρήματα προερχόμενα από δωροδοκία (μίζες) από το Αζερμπαϊτζάν.
  • Η Novartis, ήδη από το 2003, είχε καταδικαστεί σε πολλές χώρες και πλήρωσε πρόστιμα εκατομμυρίων για δωροδοκία γιατρών και κρατικών υπαλλήλων ή για παράνομες πρακτικές στον χώρο του φαρμάκου.
  • Οι υποθέσεις μπορεί να αφορούν δωροδοκία ή δωροληψία πολιτικών αξιωματούχων, δωροδοκία ή δωροληψία υπαλλήλου, δωροδοκία ή δωροληψία δικαστικών λειτουργών, εμπορία επιρροής μεσαζόντων και τις συναφείς με αυτές πράξεις.

  • Ο Κιμ, στη διάρκεια της προεδρίας του, ξεκίνησε εκστρατεία κατά της διαφθοράς, ωστόσο ο γιος του συνελήφθη κατηγορούμενος για δωροδοκία και φοροδιαφυγή.
  • Το κόμμα του, ή τα μέλη του, έχουν συνδεθεί αρκετές φορές με εγκληματικές δραστηριότητες και πολιτικά σκάνδαλα, κυρίως σχετικά με δωροδοκία και οικονομικές απάτες.
  • Τον Ιανουάριο του 2018 καταδικάστηκε για παθητική δωροδοκία το 2013, περίοδο κατά την οποία ήταν βουλευτής, από επιχειρηματία, με ποινή εννέα μηνών με αναστολή.
  • Ο Τιμοκράτης καταγόταν από τη Ρόδο και ενεπλάκη στην δωροδοκία πολλών ελληνικών πόλεων κατά της Σπάρτης για λογαριασμό των Περσών.
  • Από τους καταδικασθέντες κατά την αρχαιότητα για δωροδοκία σημαντικότεροι ήταν ο γιος του Ιππάρχου, o Καλλίας Β´ που δέχθηκε δώρα από τον Αρταξέρξη Α΄ κατά την διαπραγμάτευση μιας από τις τιμητικές συνθήκες της πολιτείας των Αθηναίων εξ αιτίας των οποίων και καταδικάστηκε σε καταβολή προστίμου 50 ταλάντων.

    Werbung
    © dict.cc Greek-German dictionary 2024
    Enthält Übersetzungen von der TU Chemnitz sowie aus Mr Honey's Business Dictionary (nur Englisch/Deutsch).
    Links auf das Wörterbuch oder auch auf einzelne Übersetzungen sind immer herzlich willkommen!