Werbung
 Übersetzung für 'εγγύηση' von Griechisch nach Deutsch
εμπόρ.
εγγύηση {η}
Garantie {f}
2
εγγύηση {η}Gewährleistung {f} [Mängelhaftung]
2 Wörter
σε εγγύησηauf Garantie
3 Wörter
αναλαμβάνω την εγγύησηGarantie übernehmen
αναλαμβάνω την εγγύησηdie Gewährleistung übernehmen
η εγγύηση λήγειdie Garantie läuft ab
εμπόρ.κατασκ.
εγγύηση {η} του κατασκευαστή
Gewährleistung {f} des Herstellers
4 Wörter
έχω εγγύηση έξι μηνώνsechs Monate Garantie haben
5+ Wörter
οι ηλεκτρικές συσκευές μας έχουν εγγύηση ενός έτουςunsere Elektrogeräte haben ein Jahr Garantie
9 Übersetzungen
Neue Wörterbuch-Abfrage: Einfach jetzt tippen!

Anwendungsbeispiele Griechisch
  • Ένας σημαντικός παράγοντας για το γάμο σε τόσο νεαρή ηλικία ήταν και η ανησυχία για την εγγύηση της αγνότητας της νύφης.
  • Επίσης, το cash rebate μπορεί να λειτουργήσει ως εγγύηση για τους παραγωγούς προκειμένου να δανειοδοτηθούν μέσω των ελληνικών τραπεζών.
  • Ο ενάγων πίεσε τον Ικίλιο να καταβάλει εγγύηση, για να είναι εγγυητής της Βιργινίας.
  • Το Astra G ήταν, επίσης, και το πρώτο Opel που έφερε 12-ετή εγγύηση κατά της σκουριάς.
  • Η "εγγύηση Hermes" είναι κάλυψη ρίσκου εξωτερικού εμπορίου από την ασφάλιση εξαγωγικών πιστώσεων της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας υπέρ Γερμανών εξαγωγέων και πιστωτικών ιδρυμάτων .

  • Παρολά αυτά ο πατέρας της Κάρολ καταφέρνει να βγάλει την κόρη του από τη φυλακή με εγγύηση.
  • Τα μεταχειρισμένα προϊόντα που αγοράζονται από έμπορο καλύπτονται επίσης από ελάχιστη εγγύηση ενός έτους.
  • Τον Μάρτιο 2010 η Τζένκινς κατέβαλε την εγγύηση για τον πρώην Βόσνιο Πρόεδρο Έγουπ Γκάνιτς, ο οποίος ήταν υπό κράτηση στο Λονδίνο με αίτημα έκδοσης στη Σερβία.
  • Μία εγγυητική επιστολή είναι ένα έγγραφο που εκδίδεται από ένα χρηματοοικονομικό οργανισμό και ενεργεί ως εγγύηση τήρησης, από τον εντολέα (αυτόν για τον οποίο παρέχεται η εγγύηση), υποχρεώσεων οικονομικού ή άλλου περιεχομένου σε έναν δικαιούχο και οι οποίες απορρέουν από διατάξεις νόμου ή από νόμιμες συναλλαγές.
  • Ο όρος προέρχεται από τη λέξη γιέμστβο, που σημαίνει εγγύηση.

  • Στον τελευταίο, 22ο κανόνα, οι διάφοροι εργολάβοι έπρεπε να καταβάλουν εγγύηση κατά τη σύνταξη της σύμβασης έργου που συνήπταν και δεν ξεκινούσαν τις εργασίες τους χωρίς αυτήν την καταβολή του "αρραβώνα".
  • Cοpulas χρησιμοποιούνται στην εγγύηση ανάλυσης δεδομένων,στην οποία η ουρά εξάρτησης αναλύεται.
  • Ιφιγένεια Καμτσίδου: "Η επιφύλαξη υπέρ του νόμου - Ως περιορισμός, εγγύηση και διάμεσος των ελευθεριών".
  • Το αντίστροφο δεν ισχύει· το να είναι μία ορίζουσα ίση με +1 δεν αποτελεί εγγύηση ορθογωνιότητα, ακόμη και με ορθογώνιες στήλες, όπως φαίνεται από το ακόλουθο αντιπαράδειγμα.
  • Ο αδερφός της Φέι πληρώνει την εγγύηση της αδερφής του και η Φέι στη συνέχεια πληρώνει την εγγύηση της Μπέβερλι με τα χρήματα που είχε μαζέψει η τελευταία από την πώληση μαριχουάνας.

  • Σκοπός του συμφώνου αυτού ήταν η εγγύηση των δικαιωμάτων της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας στη Γερμανία, υπό το νέο καθεστώς που είχε στο μεταξύ διαμορφωθεί.
  • Εδώ ο προμηθευτής χρηματοδοτείται στο ύψος των εισπρακτέων λογαριασμών, αλλά δεν υπάρχει εγγύηση εξασφάλισης της είσπραξης των τιμολογίων.
  • Συνελήφθη τον Ιούλιο του 2006 κατηγορούμενος για απάτη και διαφθορά και αποφυλακίστηκε με εγγύηση την ίδια ημέρα.
Werbung
© dict.cc Greek-German dictionary 2024
Enthält Übersetzungen von der TU Chemnitz sowie aus Mr Honey's Business Dictionary (nur Englisch/Deutsch).
Links auf das Wörterbuch oder auch auf einzelne Übersetzungen sind immer herzlich willkommen!