Werbung
 Übersetzung für 'εγκάρσια' von Griechisch nach Deutsch
εγκάρσια {adv}quer
εγκάρσια τομή {η}Querschnitt {m} [Schnitt]
2 Übersetzungen
Neue Wörterbuch-Abfrage: Einfach jetzt tippen!

Anwendungsbeispiele Griechisch
  • Το πλευρικό χρωματικό σφάλμα αναφέρεται στην εγκάρσια χρωματική παρέκκλιση.
  • Οι εκατόνταρχοι φορούσαν εγκάρσια (από τα αριστερά προς τα δεξιά) λοφία στα κράνη τους, που τους ξεχώριζαν από τους άλλους λεγεωνάριους.
  • Η εγκάρσια τομή του κτηρίου φανερώνει τις ιδιαιτερότητές του, καθώς και τις συνθετικές αρχές που επιστρατεύτηκε η αρχιτέκτονας.
  • Στα εγκάρσια κύματα εμφανίζονται μέγιστα και ελάχιστα που ονομάζονται «όρη» και «κοιλάδες» αντίστοιχα.
  • Η μαυροδάφνη φυλάσσεται αποκλειστικά σε δρύινα βαρέλια μεγάλων διαστάσεων τα οποία αναπτύσσονται σε δύο ή τρεις στοίχους κατά μήκος του κάθε κλίτους, τοποθετημένα εγκάρσια ως προς τον κύριο άξονα του κλίτους.

  • εγκάρσια οκαρίνα, η όποια συνήθως έχει 10 η 12 τρύπες.
  • Υπάρχουν διάφορες νόρμες που μπορούν να τοποθετηθούν στο τανυστικό γινόμενο των υποκείμενων διανυσματικών χώρων, μεταξύ άλλων,η προβολική εγκάρσια νόρμα και η ερριπτική εγκάρσια νόρμα που εισήχθη από τον Α.
  • "II.64. Μετά τη διαίρεση του quadri - πλευρική σε επτά ,το ένα χωρίζει την εγκάρσια κορδόνι στα τρία.
  • Γινεται με εγκάρσια σαν "χαμόγελο" τομή και αποσκοπεί στην εγκάρσια συρραφή του ανοίγματος των περιτονιών του ορθού κοιλιακού μυός.
  • Εκτείνεται ραχιαίος του υδραγωγού και περιλαμβάνει τους πυρήνες των άνω (άνω εγκάρσια τομή του μεσαίου εγκεφάλου) και κάτω διδύμιων (κάτω εγκάρσια τομή του μεσαίου εγκεφάλου).

  • Ο EN 1993-1-7 παρουσιάζει τους βασικούς κανόνες σχεδιασμού κατασκευών από επίπεδα ελάσματα υπό εγκάρσια (εκτός του επιπέδου) φόρτιση.
  • Το κύτταρο περιβάλλεται από μια εγκάρσια αύλακα, διαχωρίζοντας το σε δύο τμήματα, στο επικώνιο ή επιθήκη και στο υποκώνιο ή υποθήκη,  και από μια επιμήκη αύλακα η οποία καθορίζει την κοιλιακή πλευρά του κυττάρου.
  • Το φως (ως ηλεκτρομαγνητική ακτινοβολία) είναι εγκάρσια ηλεκτρομαγνητικά κύματα τα οποία κινούνται ευθύγραμμα προς όλες τις κατευθύνσεις ξεκινώντας από μια φωτεινή πηγή.
  • Οι παλάμες εμφανίζουν συνήθως μονήρη εγκάρσια παλαμιαία πτυχή, αντί των φυσιολογικών δύο, εύρημα που διεθνώς συναντάται και υπό τον όρο "Simian crease"(πιθήκειος γραμμή).
  • Εz = 0, δηλαδή υπάρχει εγκάρσια συνιστώσα μόνο για το ηλεκτρικό πεδίο.

  • Οι κλίσεις που παρατηρούνται σ΄ ένα πλοίο είναι η εγκάρσια ή πλευρική, η διαμήκης κλίση, και κατά χρόνο: η μόνιμη και η παροδική.
  • 4. Αλλαγή της κατεύθυνσης της κινήσεως από ευθύγραμμη σε εγκάρσια έτσι ώστε να φθάνει στους τροχούς.
Werbung
© dict.cc Greek-German dictionary 2024
Enthält Übersetzungen von der TU Chemnitz sowie aus Mr Honey's Business Dictionary (nur Englisch/Deutsch).
Links auf das Wörterbuch oder auch auf einzelne Übersetzungen sind immer herzlich willkommen!